Πληθυσμιακές στατιστικές σε περιφερειακό επίπεδο

Από Statistics Explained

Δεδομένα από του Μαρτίου 2014. Πιο πρόσφατα δεδομένα: Περαιτέρω πληροφορίες της Eurostat, Βασικοί πίνακες και Βάση δεδομένων. Προγραμματισμένη επικαιροποίηση του άρθρου: Ιούνιος 2015.

Το παρόν άρθρο ανήκει σε μια σειρά στατιστικών άρθρων που βασίζονται στην επετηρίδα της Eurostat για τις περιφέρειες. Περιγράφει τις δημογραφικές τάσεις που καταγράφονται σε όλες τις περιφέρειες της ΕΕ. Οι στατιστικές για τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των περιφερειών είναι ένας από τους τομείς για τους οποίους συλλέγονται και δημοσιεύονται αναλυτικές πληροφορίες σε επίπεδο NUTS 3 για κάθε κράτος μέλος της ΕΕ. Κατά τη σύνταξη του παρόντος άρθρου, τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία αφορούν καθοριστικά δημογραφικά γεγονότα (γεννήσεις και θανάτους) και μια δέσμη δημογραφικών δεικτών που, γενικά, φτάνουν μέχρι το τέλος του 2012, αν και έχουν χρησιμοποιηθεί προγενέστερες περίοδοι αναφοράς για ορισμένες χώρες (κυρίως για την Ιρλανδία, τη Ρουμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο — Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. τις υποσημειώσεις στο κάτω μέρος των χαρτών ή των γραφημάτων).

Οι δημογραφικές αλλαγές στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) είναι πιθανό να προσλάβουν ιδιαίτερη σημασία τις προσεχείς δεκαετίες, αφού, σύμφωνα με τα περισσότερα μοντέλα για τις μελλοντικές πληθυσμιακές εξελίξεις, ο πληθυσμός της ΕΕ θα εξακολουθεί να γηράσκει, λόγω των συνεχώς χαμηλών επιπέδων γονιμότητας και της αυξημένης διάρκειας ζωής. Αν και η μετανάστευση επηρεάζει σημαντικά τη δυναμική του πληθυσμού των ευρωπαϊκών χωρών, είναι σχεδόν βέβαιο ότι από μόνη της δεν θα μπορέσει να αντιστρέψει τη συνεχιζόμενη γήρανση του πληθυσμού που καταγράφεται σε πολλά μέρη της ΕΕ. Οι κοινωνικές και οι οικονομικές συνέπειες που σχετίζονται με τη γήρανση του πληθυσμού είναι πιθανό να επιφέρουν σοβαρές συνέπειες σε ολόκληρη την Ευρώπη, τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο. Για παράδειγμα, τα χαμηλά επίπεδο γονιμότητας θα έχουν ως αποτέλεσμα να μειωθεί ο αριθμός των μαθητών/φοιτητών, να υπάρχουν λιγότερα άτομα σε ηλικία εργασίας για να στηρίξουν τον υπόλοιπο πληθυσμό και μεγαλύτερο ποσοστό ηλικιωμένων (ορισμένοι από τους οποίους θα χρειαστούν επιπλέον υποδομές, υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης και κατάλληλη στέγαση). Αυτές οι διαρθρωτικές δημογραφικές αλλαγές θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ικανότητα των κρατών να αυξάνουν τα φορολογικά τους έσοδα, να ισοσκελίζουν τα οικονομικά τους ή να χορηγούν επαρκείς συντάξεις και να δημιουργούν κατάλληλες υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης.

Κύρια στατιστικά στοιχεία

Στις αρχές του 2013 στην ΕΕ-28 ζούσαν 505,7 εκατομμύρια άτομα, δηλ. περίπου 100 εκατομμύρια περισσότερα άτομα σε σύγκριση με τα συγκεντρωτικά στοιχεία του 1960 για τον πληθυσμό στα ίδια κράτη μέλη. Από τις αρχές του 2012 έως τις αρχές του 2013, ο πληθυσμός της ΕΕ-28 αυξήθηκε κατά 1,1 εκατομμύρια άτομα (ή κατά 0,2 %).

Πληθυσμιακή πυκνότητα

Χάρτης 1: Πληθυσμιακή πυκνότητα, κατά περιοχές NUTS 3, 2012 (1)
(κάτοικοι ανά km²) – Πηγή: Eurostat (demo_r_d3dens), (demo_pjan) και (cpc_agmain)

Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το 2012 η πληθυσμιακή πυκνότητα της ΕΕ-28 ανερχόταν σε 116,3 κατοίκους ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο (km²). Στον χάρτη 1 αποτυπώνεται η πολυμορφία των περιφερειών NUTS 3 σε ολόκληρη την ΕΕ: από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές, όπως οι πρωτεύουσες Paris (21 516 κάτοικοι ανά km² το 2012) και London (10 374 και 9 311 το 2010 για τις περιφέρειες Inner London - West και Inner London - East), μέχρι τις απομακρυσμένες και αραιοκατοικημένες περιοχές, όπως η βόρεια Σκανδιναβία – π.χ. η σουηδική περιφέρεια Norrbottens län ήταν η πρώτη σε έκταση περιοχή από όλες τις περιφέρειες NUTS 3 (105 205 km²) και η προτελευταία σε πληθυσμιακή πυκνότητα (2,6 κάτοικοι ανά km²). Για να γίνει σύγκριση των μεγεθών, η συνολική έκταση που καλύπτει η Norrbottens län ήταν σχεδόν 1 000 φορές μεγαλύτερη από την περιοχή που καλύπτει η περιφέρεια Paris (105,4 km²).

Στην ΕΕ, 10 περιφέρειες είχαν πληθυσμιακή πυκνότητα μεγαλύτερη από 5 000 κατοίκους ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο.

Εκτός από το Paris και τις δύο περιφέρειες του Inner London, οι πιο πυκνοκατοικημένες περιφέρειες της ΕΕ-28 — με περισσότερους από 5 000 κατοίκους ανά km² — ήταν: οι περιαστικές περιφέρειες γύρω από το Paris (Hauts-de Seine, Seine-Saint-Denis και Val-de-Marne)• το Bucuresti, η πρωτεύουσα της Ρουμανίας (στοιχεία για το 2011)• το διαμέρισμα Arrondissement de Bruxelles-Capitale/Arrondissement van Brussel-Hoofdstad, η πρωτεύουσα του Βελγίου• η ισπανική αυτόνομη πόλη της Melilla• και το Portsmouth στη νότια ακτή του Ηνωμένου Βασιλείου (στοιχεία για το 2010).

Σε κάθε κράτος μέλος της ΕΕ, η μεγαλύτερη πληθυσμιακή πυκνότητα καταγράφεται, κατά κανόνα, στην περιφέρεια της πρωτεύουσας.

Το 2012, σε κάθε μεμονωμένο κράτος μέλος της ΕΕ, η μεγαλύτερη πληθυσμιακή πυκνότητα καταγράφηκε, κατά κανόνα, στην περιφέρεια της πρωτεύουσας. Στα πολυπεριφερειακά κράτη μέλη υπήρξαν πέντε εξαιρέσεις σ’ αυτόν τον κανόνα: Το München, Kreisfreie Stadt είχε μεγαλύτερη πληθυσμιακή πυκνότητα από το Berlin• η Melilla και η Ceuta είχαν μεγαλύτερη πληθυσμιακή πυκνότητα από τη Madrid• η Napoli, η Monza e della Brianza, το Milano και η Trieste είχαν μεγαλύτερη πληθυσμιακή πυκνότητα από τη Roma• η Agglomeratie 's-Gravenhage είχε μεγαλύτερη πληθυσμιακή πυκνότητα από τη Groot-Amsterdam• και η Grande Porto είχε μεγαλύτερη πληθυσμιακή πυκνότητα από τη Grande Lisboa.

Μεταξύ των χωρών ΕΖΕΣ, η μεγαλύτερη πληθυσμιακή πυκνότητα στην Ελβετία καταγράφηκε στη Basel-Stadt (5 049,7 κάτοικοι ανά km²), αριθμός πολύ υψηλότερος από αυτόν της πρωτεύουσας Bern (169,3). Από τις υποψήφιες χώρες, η πληθυσμιακή πυκνότητα της İstanbul (2 644,2 κάτοικοι ανά km²) ήταν επίσης πολύ μεγαλύτερη από την αντίστοιχη της τουρκικής πρωτεύουσας, Ankara (201,0).

Στο Paris έμεναν σχεδόν 11 000 φορές περισσότερα άτομα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο απ’ ό,τι στη Lappi (στον Βορρά της Φινλανδίας).

Γενικά, οι πιο αραιοκατοικημένες περιοχές της ΕΕ βρίσκονται γύρω από την περιφέρεια, σε απομακρυσμένα περιβάλλοντα. Η Lappi (η βορειότερη περιφέρεια της Φινλανδίας) είχε τη μικρότερη πληθυσμιακή πυκνότητα από τις περιφέρειες NUTS 3 στην ΕΕ, με 2,0 κατοίκους ανά km² το 2012. Ως εκ τούτου, σε κάθε τετραγωνικό χιλιόμετρο του Paris ζούσαν σχεδόν 11 000 φορές περισσότερα άτομα απ’ ό,τι στη Lappi. Πληθυσμιακή πυκνότητα μικρότερη από 10,0 κατοίκους ανά km² δήλωσαν άλλες 13 περιφέρειες NUTS 3: τέσσερις βρίσκονταν στην κεντρική και βόρεια Σουηδία (Norrbottens län, Jämtlands län, Västerbottens län και Dalarnas län)• τρεις βρίσκονταν στη βορειοδυτική Σκωτία [Lochaber, Skye and Lochalsh, Arran and Cumbrae και Argyll and Bute• Caithness and Sutherland και Ross and Cromarty• και Eilean Siar (Western Isles) — στοιχεία για το 2010]• δύο στη Φινλανδία (Kainuu και Pohjois-Karjala)• δύο στην κεντρική Ισπανία (Soria και Teruel)• ενώ υπήρχε και μόνο μία περιφέρεια τόσο από τη Γαλλία (η υπερπόντια περιφέρεια Guyane) όσο και από την Κροατία (η αγροτική και ιδιαίτερα ορεινή περιφέρεια Ličko-senjska županija, βόρεια του Zadar).

RYB glass.png
Οι περιφέρειες στο προσκήνιο:


Lappi (FI1D7), Φινλανδία

Λίμνη Inari, βόρεια Φινλανδία
Η πιο βόρεια περιφέρεια της Φινλανδίας, η Lappi, ήταν η λιγότερο πυκνοκατοικημένη περιφέρεια της ΕΕ-28 το 2012, με μόλις 2,0 κατοίκους ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο (km²).
Τα στοιχεία αυτά μπορούν να συγκριθούν είτε με τον μέσο όρο για το σύνολο της Φινλανδίας, που ήταν 17,8 κάτοικοι ανά km² –η χαμηλότερη πληθυσμιακή πυκνότητα από οποιοδήποτε κράτος μέλος της ΕΕ– είτε με τον μέσο όρο της ΕΕ-28, που ήταν 116,3 κάτοικοι ανά km².
© Φωτογραφία: Karlis Strazdins

Στη Νορβηγία, επτά περιφέρειες NUTS 3 δήλωσαν πληθυσμιακή πυνκότητα μικρότερη από 10,0 κατοίκους ανά km² το 2012. Ωστόσο, η χαμηλότερη πληθυσμιακή πυνκότητα μεταξύ των περιφερειών των χωρών ΕΖΕΣ καταγράφηκε στο Landsbyggð (το οποίο καλύπτει την ισλανδική ύπαιθρο έξω από την ευρύτερη περιφέρεια του Reykjavík), όπου ζούσαν, κατά μέσο όρο, 1,2 κάτοικοι ανά km² το 2011. Ως εκ τούτου, η εν λόγω περιφέρεια ήταν η πλέον αραιοκατοικημένη του χάρτη 1. Καμία από τις υποψήφιες χώρες δεν είχε περιφέρεια επιπέδου NUTS 3 με λιγότερους από 10,0 κατοίκους ανά km².

Πληθυσμιακή διάρθρωση και δημογραφική γήρανση

Σε ολόκληρη την ΕΕ-28, τα άτομα νεαρότερης ηλικίας (0–14 ετών) αναλογούσαν στο 15,6 % του συνολικού πληθυσμού την 1η Ιανουαρίου 2013, ενώ τα άτομα σε ηλικία εργασίας (15–64 ετών) αναλογούσαν στα περίπου δύο τρίτα (66,2 %) του συνόλου, γεγονός που συνεπάγεται ότι περίπου το 18,2 % του πληθυσμού ήταν ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών και άνω).

Η πληθυσμιακή διάρθρωση κάθε κράτους μέλους διαγράφει συχνά ακανόνιστη πορεία, η οποία μπορεί να επηρεάσει την περιφερειακή ανταγωνιστικότητα και συνοχή. Μερικές φορές, αυτές οι διαφορές είναι ιδιαίτερα αισθητές, όπως στη Γερμανία (όπου παρατηρείται συχνά αντίθεση μεταξύ ανατολικών και δυτικών περιφερειών), στη Γαλλία (μεταξύ βορειοανατολικών και νοτιοδυτικών περιφερειών), στην Ιταλία (μεταξύ Βορρά και Νότου) και στην Τουρκία (μεταξύ Ανατολής και Δύσης). Αυτές οι διαφορές μπορούν να αποδοθούν σε ευρύ φάσμα παραγόντων, όπως στις κλιματικές, τις εδαφικές, τις ιστορικές, τις πολιτικές, τις κοινωνικές και τις οικονομικές εξελίξεις.

Οι αστικές περιφέρειες τείνουν να έχουν νεαρότερο πληθυσμό …

Στο γράφημα 1 παρουσιάζονται πληροφορίες για τις 10 περιφέρειες NUTS 3 της ΕΕ με τα υψηλότερα ποσοστά νέων (ηλικίας μικρότερης των 15 ετών) και για τις 10 περιφέρειες NUTS 3 της ΕΕ με τα μεγαλύτερα ποσοστά ηλικιωμένων (ηλικίας 65 ετών και άνω) στους αντίστοιχους πληθυσμούς τους στις αρχές του 2013. Οι συγκεκριμένες περιφέρειες NUTS 3 της ΕΕ με τα υψηλότερα ποσοστά νέων βρίσκονταν, κατά κανόνα, στα κράτη μέλη με τα υψηλότερα ποσοστά γεννήσεων και γονιμότητας (βλ. χάρτη 5 και γράφημα 4), γεγονός που εντείνει τη μεγάλη παρουσία νέων ατόμων στο σύνολο του πληθυσμού. Αυτό παρατηρήθηκε ιδίως σε αρκετές ιρλανδικές και γαλλικές περιφέρειες, π.χ. τις υπερπόντιες περιφέρειες Guyane και Réunion ή τις περιαστικές περιφέρειες γύρω από το Paris. Η ηλικιακή διάρθρωση στις κυρίως αστικές περιοχές μπορεί να μαρτυρεί μεγαλύτερο ποσοστό νέων και ατόμων σε ηλικία εργασίας ως αποτέλεσμα «αυξημένης ζήτησης», λόγω των περισσότερων ευκαιριών απασχόλησης που προσελκύουν τόσο εσωτερικούς μετανάστες (από διαφορετικές περιφέρειες της ίδιας χώρας) όσο και εξωτερικούς μετανάστες (από άλλα κράτη μέλη και από τρίτες χώρες).

Γράφημα 1: Πληθυσμιακή διάρθρωση, κατά ευρείες ηλικιακές ομάδες, κατά περιφέρειες NUTS 3, 1η Ιανουαρίου 2013 (1)
(% του συνολικού πληθυσμού) – Πηγή: Eurostat (demo_r_pjanaggr3) και (demo_pjangroup)

… ενώ το σχετικό ποσοστό των ηλικιωμένων αυξήθηκε στις περισσότερες περιφέρειες της ΕΕ

Αντιθέτως, στις περισσότερες περιφέρειες της ΕΕ, το ποσοστό των ηλικιωμένων επί του πληθυσμού αυξανόταν προοδευτικά –ως αποτέλεσμα της σημαντικής και συνεχούς αύξησης του προσδόκιμου ζωής, καθώς και της συνταξιοδότησης της γενιάς της δημογραφικής έκρηξης μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι συγκεκριμένες περιφέρειες με τα υψηλότερα ποσοστά ηλικιωμένων χαρακτηρίζονται συχνά ως αγροτικές, σχετικά απομακρυσμένες και αραιοκατοικημένες περιοχές, όπου το χαμηλό ποσοστό των ατόμων σε ηλικία εργασίας μπορεί –τουλάχιστον, εν μέρει– να οφείλεται σε έλλειψη ευκαιριών απασχόλησης και εκπαίδευσης, κάτι που παρέχει το κίνητρο στις νεαρότερες γενιές να αναζητήσουν αλλού εργασία ή να συνεχίσουν σε κάποιο άλλο μέρος τις σπουδές τους.

Οι ηλικιωμένοι αντιστοιχούσαν σε ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό του συνολικού πληθυσμού στις αγροτικές και απομακρυσμένες περιφέρειες της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Γαλλίας και της Πορτογαλίας, καθώς και σε αρκετές περιφέρειες της ανατολικής Γερμανίας. Την 1η Ιανουαρίου 2013 στην κεντρική, ηπειρωτική πορτογαλική περιφέρεια Pinhal Interior Sul οι ηλικιωμένοι αντιστοιχούσαν στο ένα τρίτο περίπου (32,4 %) του συνολικού πληθυσμού –ποσοστό που είναι το υψηλότερο στην ΕΕ. Η περιφέρεια Ευρυτανία στην κεντρική Ελλάδα ήταν η μόνη άλλη περιφέρεια NUTS 3 της ΕΕ όπου οι ηλικιωμένοι αναλογούσαν σε περισσότερο από το 30 % του συνολικού πληθυσμού, και ήταν μία από τις τέσσερις ελληνικές περιφέρειες σε σύνολο δέκα περιφερειών στην ΕΕ με τα υψηλότερα ποσοστά (άνω του 28 %) ηλικιωμένων στους πληθυσμούς τους.

Εξάρτηση ηλικιωμένων: ένα όλο και μεγαλύτερο βάρος για όσους βρίσκονται σε ηλικία εργασίας

Οι διαρθρωτικές αλλαγές στον πληθυσμό της ΕΕ-28 μπορούν να αναλυθούν περαιτέρω μέσω των δεικτών εξάρτησης που καταρτίζονται έπειτα από σύγκριση του αριθμού των εξαρτώμενων προσώπων (νέων και/ή ηλικιωμένων) με το μέγεθος του ενεργού πληθυσμού, ανεξάρτητα από το αν ο πληθυσμός αυτός πράγματι εργάζεται. Σκοπός των δεικτών αυτών είναι να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τον φόρτο που θα κληθούν να αναλάβουν τα άτομα σε ηλικία εργασίας, π.χ. για να στηρίξουν την εκπαίδευση των παιδιών, τις ιατροφαρμακευτικές δαπάνες ή την καταβολή των συντάξεων. Ως εκ τούτου, οι αυξανόμενοι δείκτες εξάρτησης μπορεί να αποτελέσουν πρόβλημα για τα κράτη όσον αφορά τις σχεδιαζόμενες δημόσιες δαπάνες τους και τα δημόσια οικονομικά.

Ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων υπολογίζει τη σχέση μεταξύ του αριθμού των ηλικιωμένων και του ενεργού πληθυσμού• την 1η Ιανουαρίου 2013 ανερχόταν στο 27,5 % του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ-28. Οι υψηλότεροι δείκτες εξάρτησης ηλικιωμένων στις περιφέρειες NUTS 3 καταγράφηκαν στις δύο περιφέρειες με τα υψηλότερα ποσοστά ηλικιωμένων στον συνολικό πληθυσμό τους: δηλ. στην ελληνική περιφέρεια Ευρυτανία (57,2 %) και στην πορτογαλική περιφέρεια Pinhal Interior Sul (56,4 %)• ήταν οι μόνες περιφέρειες που δήλωσαν δείκτες εξάρτησης ηλικιωμένων άνω του 50 % (με άλλα λόγια, και στις δύο αυτές περιφέρειες σε κάθε άτομο ηλικίας 65 ετών και άνω αναλογούσαν λιγότερα από δύο άτομα σε ηλικία εργασίας).

Οι δείκτες εξάρτησης ηλικιωμένων είναι ιδιαίτερα υψηλοί στις αγροτικές και απομακρυσμένες περιφέρειες

Αναλυτικότερα, σύμφωνα με τον χάρτη 2, υπήρχαν 274 περιφέρειες NUTS 3 όπου ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων ήταν 35,0 % ή υψηλότερος (πρόκειται για τις πιο σκουρόχρωμες περιφέρειες)• πολλές απ’ αυτές είναι περιφέρειες με τα χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων στην ΕΕ. Οι περιφέρειες αυτές τείνουν να βρίσκονται σε αγροτικές, απομακρυσμένες και ορεινές περιοχές (ιδίως στη βορειοδυτική Ισπανία, στην ηπειρωτική Πορτογαλία και στην κεντρική-νότια Γαλλία). Συχνά χαρακτηρίζονται από συρρικνούμενο πληθυσμό, εν μέρει επειδή οι νέοι αναγκάζονται να αναζητήσουν αλλού εργασία, κάτι που αυξάνει το ποσοστό των ηλικιωμένων. Αντιθέτως, ορισμένες περιφέρειες με σχετικά υψηλούς δείκτες εξάρτησης ηλικιωμένων δήλωσαν αύξηση του αριθμού των ηλικιωμένων, οι οποίοι συγκεντώνονται σε προορισμούς συνταξιούχων που είναι πιο ελκυστικοί γι’ αυτούς λόγω του κλίματος ή των παρεχόμενων υπηρεσιών. Για παράδειγμα, οι τρεις περιφέρειες με τους υψηλότερους δείκτες εξάρτησης ηλικιωμένων στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν όλες τους δημοφιλείς προορισμοί συνταξιούχων στη νότια ακτή της Αγγλίας (Dorset CC, Isle of Wight και Torbay), ενώ ένας από τους υψηλότερους δείκτες εξάρτησης ηλικιωμένων στη Γερμανία καταγράφηκε στη λουτρόπολη Baden-Baden, Stadtkreis.

Χάρτης 2: Δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων, κατά περιφέρειες NUTS 3, 1η Ιανουαρίου 2013 (1)
(%) – Πηγή: Eurostat (demo_r_pjanaggr3) και (demo_pjanind)

Μεταβολή του πληθυσμού

Με βάση σύγκριση των κρατών μελών της ΕΕ-28, ο πληθυσμός αυξανόταν κάθε έτος από την 1η Ιανουαρίου 1960 έως την 1η Ιανουαρίου 2013: συνολικά αυξήθηκε κατά 98,9 εκατομμύρια κατοίκους, αριθμός που αντιστοιχεί σε ετήσιο ποσοστό αύξησης 0,4 %. Ιστορικά, η αύξηση του πληθυσμού στην ΕΕ αντικατόπτριζε, σε μεγάλο βαθμό, τις εξελίξεις στη φυσική μεταβολή του πληθυσμού (ο συνολικός αριθμός των γεννήσεων μείον τον συνολικό αριθμό των θανάτων), σε αντίθεση με τη μεταναστευτική κίνηση. Από μια προσεκτικότερη εξέταση προκύπτει ότι η φυσική μεταβολή του πληθυσμού για ένα συνολικό μέγεθος που αποτελείται από τα κράτη μέλη της ΕΕ-28 έφτασε στο υψηλότερο σημείο το 1964, όταν καταγράφηκαν 3,6 εκατομμύρια περισσότερες γεννήσεις από θανάτους. Το ποσοστό γεννήσεων μειώθηκε προοδευτικά και το προσδόκιμο ζωής αυξήθηκε σταδιακά, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την επιβράδυνση του φυσικού ρυθμού αύξησης του πληθυσμού. Έως το 2003, ο φυσικός ρυθμός αύξησης του πληθυσμού για την ΕΕ-28 σχεδόν εξισορροπήθηκε, αφού ο αριθμός των γεννήσεων ξεπέρασε τον αριθμό των θανάτων κατά λιγότερο από 100 000. Κατά συνέπεια, το ποσοστό γεννήσεων και ο φυσικός ρυθμός αύξησης του πληθυσμού αυξήθηκαν και πάλι ελαφρώς σε αρκετά κράτη μέλη, παρότι η πορεία αυτή αντιστράφηκε γενικά με την έναρξη της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης.

Από το 1985 αυξάνεται η καθαρή εισροή μεταναστών προς τα κράτη μέλη της ΕΕ-28

Η μεταβολή του συνολικού πληθυσμού απορρέει από τη συνδρομή δύο παραγόντων: τη φυσική μεταβολή του πληθυσμού και την καθαρή μετανάστευση, συμπεριλαμβανομένης της στατιστικής προσαρμογής (στο εξής θα αναφέρεται απλώς ως «καθαρή μετανάστευση»). Αυτοί οι παράγοντες μπορούν να συνδυαστούν, ώστε να ενισχύσουν την αύξηση του πληθυσμού (θετικά ποσοστά καθαρής μετανάστευσης και φυσική αύξηση) ή τη μείωση του πληθυσμού (αρνητική καθαρή μετανάστευση και φυσική μείωση) ή μπορούν να αλληλοεξουδετερωθούν, σε κάποιο βαθμό, αν κινηθούν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Κατά παράδοση, οι μεταναστευτικές ροές ήταν σχετικά εξισορροπημένες κατά τη δεκαετία του ’60, ενώ μέχρι το 1970 καταγράφηκε καθαρή εκροή 707 028 ατόμων, τα οποία μετανάστευσαν από τα κράτη μέλη της ΕΕ-28 σε άλλους προορισμούς σ’ ολόκληρο τον κόσμο• αυτός ήταν ο μεγαλύτερος αριθμός καθαρής μετανάστευσης καθ’ όλη την περίοδο 1961–2012. Την επόμενη φορά που σημειώθηκε καθαρή εκροή μεταναστών από την ΕΕ ήταν μεταξύ 1982 και 1984 (περίοδος ύφεσης). Έκτοτε, οι μετανάστες που καταφθάνουν στην ΕΕ-28 είναι διαρκώς περισσότεροι από εκείνους που εγκαταλείπουν την ΕΕ. Ορισμένες από τις μεγαλύτερες αυξήσεις πληθυσμού λόγω μετανάστευσης συντελέστηκαν κατά τη δεκαετία του ’90 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όπου η καθαρή μετανάστευση από τα κράτη μέλη της ΕΕ-28 έφθασε στον μέγιστο αριθμό των 1,8 εκατομμυρίων ατόμων το 2003, ενώ μετά ο ρυθμός μεταβολής ελαφρώς επιβραδύνθηκε. Ο πληθυσμός της ΕΕ-28 αυξήθηκε κατά σχεδόν 900 000 άτομα το 2012 ως αποτέλεσμα καθαρής μετανάστευσης.

Το Ilfov στη Ρουμανία κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση του πληθυσμού την περίοδο 2008–11

Στον χάρτη 3 αποτυπώνεται το ακαθάριστο ποσοστό της συνολικής μεταβολής του πληθυσμού κατά την περίοδο 2008–12 (με άλλα λόγια, τις μεταβολές που προέκυψαν από το συνδυασμένο αποτέλεσμα της φυσικής μεταβολής και της καθαρής μετανάστευσης από την 1η Ιανουαρίου 2008 έως την 1η Ιανουαρίου 2013). Τη συγκεκριμένη περίοδο, ο πληθυσμός της ΕΕ-28 αυξανόταν κάθε χρόνο, κατά μέσο όρο, κατά 2,6 ανά χίλιους κατοίκους. Από τις 1 277 περιφέρειες NUTS 3 για τις οποίες εμφανίζονται στοιχεία στον χάρτη 3 σχεδόν οι μισές (699) κατέγραψαν αύξηση στον αριθμό των κατοίκων τους και οι άλλες μισές (572) κατέγραψαν μείωση του πληθυσμού• σε έξι περιφέρειες ο πληθυσμός παρέμεινε αμετάβλητος, ενώ για 38 περιφέρειες δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.

Χάρτης 3: Μέσο ακαθάριστο ποσοστό μεταβολής του πληθυσμού, κατά περιφέρειες NUTS 3, 2008–12 (1)
(ανά 1 000 κατοίκους) – Πηγή: Eurostat (demo_r_gind3) και (demo_gind)

Στον χάρτη εμφανίζονται με πιο σκούρο χρώμα οι 157 περιφέρειες NUTS 3 στις οποίες αυξήθηκε ο πληθυσμός, κατά μέσο όρο, κατά τουλάχιστον 8,0 ανά χίλιους κατοίκους ετησίως την περίοδο 2008–12. Από αυτές, σε 18 περιφέρειες ο πληθυσμός αυξήθηκε κατά περισσότερο από 15,0 ανά χίλιους κατοίκους, ενώ η μεγαλύτερη αύξηση σημειώθηκε στο Ilfov (33,4 ανά χίλιους κατοίκους την περίοδο 2008–11), μια περιφέρεια που περιβάλλει τη ρουμανική πρωτεύουσα Βουκουρέστι. Από αυτές τις 18 περιφέρειες με τη μεγαλύτερη αύξηση του πληθυσμού οι τέσσερις ήταν πρωτεύουσες, δηλαδή η Arr. de Bruxelles-Capitale / Arr. van Brussel-Hoofdstad (Βέλγιο), η Byen København (Δανία), η Stockholms län (Σουηδία) και το Luxembourg (η οποία αποτελεί ενιαία περιφέρεια σ’ αυτό το επίπεδο ανάλυσης). Από τις υπόλοιπες 13 περιφέρειες, οι έξι ήταν αστικές περιφέρειες γύρω από την Αγγλία (τα στοιχεία καλύπτουν την περίοδο 2008–10)• οι τρεις βρίσκονταν στην Ισπανία• οι δύο ήταν κυρίως αστικές περιφέρειες της Πολωνίας• και, τέλος, υπήρχαν και δύο ενιαίες περιφέρειες: μία στη Γερμανία και μία στη Γαλλία.

Συρρικνώνεται ο πληθυσμός σ’ ένα τόξο περιφερειών που ξεκινάει από την Κροατία, περνάει από την Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία και καταλήγει στην Ελλάδα

Σε 117 περιφέρειες NUTS 3 της ΕΕ καταγράφηκε μείωση του πληθυσμού, κατά μέσο όρο, πάνω από 8,0 ανά χίλιους κατοίκους την περίοδο 2008–12 (στον χάρτη 3 οι περιφέρειες αυτές εμφανίζονται με την πιο φωτεινή απόχρωση). Αξίζει να σημειωθεί ότι, όταν είναι διαθέσιμη μικρότερη χρονολογική σειρά, οι πληροφορίες παρατίθενται μόνο για τις περιφέρειες με τουλάχιστον τρεις περιόδους αναφοράς. Κατά κύριο λόγο, αυτές οι 117 περιφέρειες βρίσκονταν στις βαλτικές χώρες της Λιθουανίας και της Λετονίας• σ’ ένα τόξο στη νοτιοανατολική Ευρώπη, το οποίο ξεκινάει από την Κροατία, περνάει από την Ουγγαρία, τη Ρουμανία (2008–11) και τη Βουλγαρία και καταλήγει στην Ελλάδα• σε αρκετές ηπειρωτικές περιοχές της Πορτογαλίας και της Ισπανίας• και σε πολλές περιοχές της ανατολικής Γερμανίας. Η μεγαλύτερη μείωση του πληθυσμού (20,8 ανά χίλιους κατοίκους ετησίως) καταγράφηκε στη λιθουανική περιφέρεια Šiauliu apskritis, ενώ η περιφέρεια Utenos apskritis (επίσης στη Λιθουανία) ήταν η μόνη άλλη περιφέρεια που δήλωσε μείωση του πληθυσμού της κατά τουλάχιστον 20,0 ανά χίλιους κατοίκους ετησίως.

Σε απόλυτους όρους, οι μεγαλύτερες αυξήσεις πληθυσμού κατά την περίοδο 2008–12 καταγράφηκαν στις περιφέρειες Madrid, Stockholms län, Barcelona, Berlin, Arr. de Bruxelles-Capitale / Arr. van Brussel-Hoofdstad και Sevilla• πρόκειται για τις μόνες περιφέρειες όπου ο πληθυσμός αυξήθηκε κατά περισσότερα από 100 000 άτομα (ανάλογα με τη διαθεσιμότητα στοιχείων• για τη συγκεκριμένη ανάλυση δεν υπήρχαν πληροφορίες για τη Ρουμανία ή το Ηνωμένο Βασίλειο, ούτε για έναν περιορισμένο αριθμό γερμανικών περιφερειών). Σε απόλυτους όρους, η μεγαλύτερη μείωση του πληθυσμού σημειώθηκε στην περιοχή της πρωτεύουσας της ελληνικής περιφέρειας Αττική (όπου ο πληθυσμός μειώθηκε κατά περισσότερους από 100 000 κατοίκους από το 2008 έως τις αρχές του 2013). Υπάρχουν άλλες δύο περιφέρειες NUTS 3 στην ΕΕ-28 όπου ο πληθυσμός μειώθηκε κατά περίπου 50 000: η λιθουανική περιφέρεια Kauno apskritis και η λετονική πρωτεύουσα Rīga.

Από τις χώρες ΕΖΕΣ και τις υποψήφιες χώρες, η μεγαλύτερη διακύμανση στην αύξηση του πληθυσμού σημειώθηκε στις τουρκικές περιφέρειες

Την περίοδο 2008–12 η αύξηση του πληθυσμού ήταν γενικώς συχνότερη στις περιφέρειες των χωρών ΕΖΕΣ και των υποψήφιων χωρών, όπως φαίνεται στον χάρτη 3• θετική εξέλιξη σημειώθηκε σε 117 περιφέρειες, ενώ μόνο σε 22 περιφέρειες μειώθηκε ο αριθμός των κατοίκων τους. Από τις χώρες ΕΖΕΣ, ο πληθυσμός αυξήθηκε σε κάθε περιφέρεια της Νορβηγίας και της Ελβετίας, καθώς και στο Λιχτενστάιν (μόνο μία περιφέρεια σ’ αυτό το επίπεδο ανάλυσης) και την ισλανδική περιφέρεια πρωτεύουσας Höfudborgarsvædi (2008–11). Η ταχύτερη αύξηση του πληθυσμού (σε σχετικούς όρους) σημειώθηκε στο Oslo (την πρωτεύουσα της Νορβηγίας) και στο Freiburg (δυτική Ελβετία). Μόνο σε μία περιφέρεια ΕΖΕΣ μειώθηκε ο πληθυσμός: στο Landsbyggð (που καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της Ισλανδίας εκτός της ευρύτερης περιφέρειας του Reykjavík• τα στοιχεία αφορούν την περίοδο 2008–11).

Οι υποψήφιες χώρες παρουσιάζουν πιο σύνθετη εικόνα: ο πληθυσμός μειώνεται στη Σερβία (μόνο εθνικά στοιχεία είναι διαθέσιμα), στις μισές από τις οκτώ περιφέρειες της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (τα στοιχεία αφορούν την περίοδο 2008–11) και σε 16 περιφέρειες της κεντρικής και βορειοανατολικής Τουρκίας. Τα φθίνοντα στοιχεία για τον πληθυσμό στην κεντρική και βορειοανατολική Τουρκία θα μπορούσαν να αντιπαρατεθούν με τα υψηλά ποσοστά αύξησης του πληθυσμού σε άλλα μέρη της χώρας. Πράγματι, η Τουρκία εμφάνισε τον μεγαλύτερο βαθμό διακύμανσης όσον αφορά τη μεταβολή του πληθυσμού μεταξύ των περιφερειών NUTS 3, όπου το ακαθάριστο ποσοστό αύξησης του πληθυσμού κυμαίνεται από -16,5 ανά χίλιους κατοίκους στο Yozgat (στο κέντρο της χώρας) έως 31,4 ανά χίλιους κατοίκους στο Tekirdag (στο άπω βορειοδυτικό τμήμα). Οι σημαντικές αποκλίσεις όσον αφορά τις δημογραφικές εξελίξεις στις τουρκικές περιφέρειες μπορούν συχνά να αποδοθούν στις εσωτερικές μεταναστευτικές συνήθειες, με γενική ροή μεταναστών από τις ανατολικές στις δυτικές περιφέρειες.

Οι περιφέρειες πρωτεύουσας κατέγραψαν ορισμένα από τα υψηλότερα ποσοστά αύξησης του πληθυσμού

Γενικώς, παρατηρήθηκε σχετικά μεγάλη διακύμανση όσον αφορά τα ακαθάριστα ποσοστά μεταβολής του πληθυσμού στις περιφέρειες όλων των κρατών μελών της ΕΕ, όπως φαίνεται στο γράφημα 2• να σημειωθεί ότι τα στοιχεία βασίζονται στις περιφέρειες NUTS 2. Η ιδιαίτερα μεγάλη διακύμανση ανάμεσα στις περιφέρειες της Ισπανίας και της Γαλλίας οφείλεται, εν μέρει, στα απόκεντρα εδάφη Ciudad Autónoma de Melilla (Ισπανία) και Guyane (Γαλλία), που καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις κατανομής της χώρας τους. Οι περιφέρειες της πρωτεύουσας είχαν συχνά τα υψηλότερα –αλλά, κατά κανόνα, ένα από τα υψηλότερα– ποσοστά μεταβολής του πληθυσμού στα κράτη μέλη της ΕΕ. Την περίοδο 2008–12 καταγράφηκε αρνητική εξέλιξη στη μεταβολή του πληθυσμού στις περισσότερες περιφέρειες της Γερμανίας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας, της Πορτογαλίας και της Ρουμανίας (τα στοιχεία για τη Ρουμανία καλύπτουν την περίοδο 2008–11), ενώ μειώθηκε ο πληθυσμός σε κάθε περιφέρεια της Βουλγαρίας και της Κροατίας (η οποία καλύπτεται από μόνο δύο περιφέρειες επιπέδου NUTS 2).

Γράφημα 2: Μέσο ακαθάριστο ποσοστό μεταβολής του πληθυσμού, κατά περιφέρειες NUTS 2, 2008–12 (1)
(ανά 1 000 κατοίκους) – Πηγή: Eurostat (demo_r_gind3) και (demo_gind)

Η καθαρή μετανάστευση συγκεντρώνεται κυρίως στη νότια Γαλλία, τη βόρεια Ιταλία, τις χώρες της Μπενελούξ και στο μεγαλύτερο τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου

Στον χάρτη 4 παρουσιάζεται το ακαθάριστο ποσοστό καθαρής μετανάστευσης ανά χίλιους κατοίκους για την περίοδο 2008–12, το οποίο αντιστοιχούσε, κατά μέσο όρο, σε 1,8 ανά χίλιους κατοίκους στην ΕΕ-28 για την υπό εξέταση περίοδο. Αξίζει να σημειωθεί ότι, όταν είναι διαθέσιμη μικρότερη χρονολογική σειρά, οι πληροφορίες παρατίθενται μόνο για τις περιφέρειες με τουλάχιστον τρεις περιόδους αναφοράς. Παρατηρείται εντυπωσιακή ομοιότητα μεταξύ των χαρτών 3 και 4, κάτι που τονίζει τη στενή σχέση μεταξύ των μεταναστευτικών ροών και της συνολικής μεταβολής του πληθυσμού, εξέλιξη η οποία εντείνεται από το γεγονός ότι το ποσοστό της φυσικής μεταβολής του πληθυσμού ήταν σχεδόν ισορροπημένο σε πολλές περιφέρειες. Η καθαρή εισροή μεταναστών (από άλλες περιφέρειες του ίδιου κράτους μέλους, από άλλες περιφέρειες της ΕΕ ή από τρίτες χώρες) συγκεντρωνόταν κυρίως στη νότια Γαλλία, τη βόρεια Ιταλία, τις χώρες της Μπενελούξ και στο μεγαλύτερο τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ υπήρχαν και περιοχές με σχετικά υψηλή καθαρή μετανάστευση σε αρκετές αστικές περιφέρειες.

Χάρτης 4: Μέσο ακαθάριστο ποσοστό καθαρής μετανάστευσης
(συμπεριλαμβανομένης της στατιστικής προσαρμογής), κατά περιφέρειες NUTS 3, 2008–12 (1)
(ανά 1 000 κατοίκους) – Πηγή: Eurostat (demo_r_gind3) και (demo_gind)

Οι αστικές περιφέρειες σε ολόκληρη την ΕΕ (εκτός από τη Γαλλία) σημείωναν συχνά την υψηλότερη αύξηση του πληθυσμού ως αποτέλεσμα της καθαρής μετανάστευσης

Στην ΕΕ-28 υπήρχαν 784 περιφέρειες NUTS 3 με θετικά ποσοστά καθαρής μετανάστευσης (περισσότεροι εισερχόμενοι απ’ ό,τι εξερχόμενοι μετανάστες) κατά την περίοδο 2008–12. Από αυτές τις περιφέρειες, η μεγαλύτερη εισροή μεταναστών καταγράφηκε στις δύο περιφέρειες με την υψηλότερη συνολική αύξηση του πληθυσμού, δηλαδή στην περιφέρεια Ilfov, που περιβάλλει την ρουμανική πρωτεύουσα, και στις ισπανικές Βαλεαρίδες Νήσους Eivissa και Formentera, όπου τα ακαθάριστα ποσοστά καθαρής μετανάστευσης ανήλθαν, κατά μέσο όρο, σε 32,7 και 22,6 ανά χίλιους κατοίκους αντίστοιχα. Το επόμενο υψηλότερο ποσοστό καθαρής μετανάστευσης σημειώθηκε στο Λουξεμβούργο (μόνο μία περιφέρεια σ’ αυτό το επίπεδο ανάλυσης), όπου ο πληθυσμός αυξήθηκε κατά 16,9 ανά χίλιους κατοίκους. Οι μόνες περιφέρειες στις οποίες το ακαθάριστο ποσοστό καθαρής μετανάστευσης ήταν πάνω από 15,0 ανά χίλιους κατοίκους ήταν η ελληνική ηπειρωτική περιφέρεια Φωκίδα και η περιφέρεια York στη βόρεια Αγγλία. Άλλες 100 περιφέρειες NUTS 3 σε ολόκληρη την ΕΕ κατέγραψαν καθαρή μεταβολή του πληθυσμού ως αποτέλεσμα της μετανάστευσης• η μεταβολή αυτή ήταν, κατά μέσο όρο, αύξηση κατά τουλάχιστον 8,0 ανά χίλιους κατοίκους την περίοδο 2008–12, όπως φαίνεται από την πιο σκούρα απόχρωση στον χάρτη 4. Πρόκεται για πρωτίστως αστικές περιφέρειες, στις οποίες περιλαμβάνονται οι περιφέρειες πρωτεύουσας στο Βέλγιο (Arr. de Bruxelles-Capitale/Arr. van Brussel-Hoofdstad), τη Δανία (Byen København), την Ιταλία (Roma), την Ουγγαρία (Budapest) και τη Σουηδία (Stockholms län), καθώς και πολλές πόλεις στη Γερμανία (π.χ. Leipzig, Frankfurt am Main, München, Dresden και Wolfsburg), στην Ιταλία (π.χ. Parma, Bologna, Firenze, Pisa και Perugia) και στο Ηνωμένο Βασίλειο (π.χ. Portsmouth, Edinburgh, Luton, Nottingham, Sheffield, Tyneside, Bristol και Greater Manchester South• όλα τα στοιχεία αφορούν την περίοδο 2008–10). Ωστόσο, αυτή η τάση αντιστράφηκε στη Γαλλία, όπου οι περιφέρειες με τα υψηλότερα ακαθάριστα ποσοστά καθαρής μετανάστευσης ήταν, γενικά, αγροτικές και βρίσκονταν συχνά στον νότιο τμήμα της χώρας (π.χ. Tarn-et-Garonne, Dordogne, Landes, Hérault, Gers, Gard και Hautes-Alpes).

Οι λιθουανικές περιφέρειες χαρακτηρίζονται από καθαρή μεταναστευτική εκροή (αποδημία)

Την περίοδο 2008–12 σε 481 περιφέρειες NUTS 3 στην ΕΕ-28 η καθαρή μετανάστευση ήταν αρνητική (δηλ. περισσότεροι άνθρωποι εγκατέλειπαν τις περιφέρειες παρά εισέρχονταν σ’ αυτές). Οι περιφέρειες αυτές εκτείνονταν στο μεγαλύτερο τμήμα της ανατολικής Ευρώπης (ιδίως στη Βουλγαρία, την Ουγγαρία, την Πολωνία και τη Ρουμανία), καθώς και στη Λετονία, τη Λιθουανία, την ανατολική Γερμανία, τη βορειοανατολική Γαλλία, θύλακες της Ισπανίας και στη νότια και ανατολική Ιρλανδία. Οι 14 περιφέρειες NUTS 3 με τα υψηλότερα αρνητικά ακαθάριστα ποσοστά καθαρής μετανάστευσης (καθεμία πάνω από -10,0 ανά χίλιους κατοίκους) περιλάμβαναν τις 9 από 10 περιφέρειες στη Λιθουανία (με εξαίρεση την περιφέρεια της πρωτεύουσαςα Vilniaus apskritis). Οι μόνες άλλες περιφέρειες που δήλωσαν διψήφιες καθαρές εκροές μεταναστών (σε σχέση με τον αντίστοιχο αριθμό κατοίκων τους) ήταν οι τρεις γερμανικές περιφέρειες Suhl - Kreisfreie Stadt, Mecklenburg-Strelitz και Demmin (τα στοιχεία για τις δύο τελευταίες καλύπτουν την περίοδο 2008–10) και το Dublin, η περιοχή της πρωτεύουσας της Ιρλανδίας (στοιχεία για την περίοδο 2008–11). Αξίζει να σημειωθεί ότι τα στοιχεία αυτά μπορεί, σε κάποιον βαθμό, να επηρεάζονται από τη μικρότερη χρονολογική σειρά που είναι διαθέσιμη για ορισμένες περιφέρειες, π.χ. ο αριθμός μεταναστών που εγκαταλείπουν το Δουβλίνο ήταν πιθανό να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα κατά την κορύφωση της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης, όταν η οικονομία είχε δεχτεί πολύ σοβαρό πλήγμα.

Στο γράφημα 3 εμφανίζονται οι περιφέρειες NUTS 3 της ΕΕ με τα υψηλότερα και τα χαμηλότερα ακαθάριστα ποσοστά μεταβολής του πληθυσμού• με διακεκομμένες μωβ και σκουροπράσινες γραμμές εμφανίζονται, σε κάθε γράφημα, οι περιφέρειες με την υψηλότερη/χαμηλότερη μέση αύξηση για την περίοδο 2008–12, ενώ με συνεχείς μωβ και σκουροπράσινες γραμμές εμφανίζονται οι περιφέρειες με την υψηλότερη/χαμηλότερη αύξηση για την τελευταία περίοδο (γενικά, για το 2012). Στα γραφήματα αποτυπώνονται οι εκτεταμένες διακυμάνσεις που παρατηρούνται μεταξύ των περιφερειών, σε σύγκριση με τον μέσο όρο για την ΕΕ-28, ο οποίος παρέμεινε σχετικά αμετάβλητος. Ενδεχομένως, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του γραφήματος 3 είναι ο σχετικά μόνιμος χαρακτήρας της φυσικής μεταβολής του πληθυσμού σε σχέση με το μεταβαλλόμενο σκηνικό όσον αφορά τις εξελίξεις στο ακαθάριστο ποσοσό καθαρής μετανάστευσης, κάτι που επιβεβαιώνει ότι οι μεταναστευτικές ροές είναι ο βασικός καθοριστικός παράγοντας / μοχλός της μεταβολής του πληθυσμού σε περιόδους όπου η φυσική μεταβολή του πληθυσμού είναι σχεδόν μηδενική. Αυτό ισχύει ιδίως για το Ilfov και το Siauliu apskritis, τις δύο περιφέρειες NUTS 3 με το υψηλότερο και το χαμηλότερο ποσοστό μεταβολής του πληθυσμού.

Γράφημα 3: Μεταβολή του πληθυσμού, επιλεγμένες περιφέρειες NUTS 3, 2008–12 (1)
(ανά 1 000 κατοίκους) – Πηγή: Eurostat (demo_r_gind3) και (demo_gind)

Συμπερασματικά, ενώ ο συνολικός αριθμός κατοίκων στην ΕΕ-28 εξακολουθεί να αυξάνεται με σχετικά αργό ρυθμό, διαπιστώνεται σημαντική διακύμανση στις δημογραφικές εξελίξεις που συντελούνται σε περιφερειακό επίπεδο (τόσο μεταξύ περιφερειών του ίδιου κράτους μέλους όσο και στο εσωτερικό ολόκληρης της ΕΕ). Σε ορισμένες περιφέρειες ο πληθυσμός εξακολουθεί να διευρύνεται μέσω της συνδρομής δύο παραγόντων: της φυσικής αύξησης του πληθυσμού και της καθαρής μετανάστευσης• αυτό ισχύει ιδίως σε πολλές (αστικές) περιφέρειες στη βόρεια και τη δυτική Ευρώπη. Αντιθέτως, ο αριθμός των κατοίκων στις περισσότερες γερμανικές, ιταλικές και αυστριακές περιφέρειες συντηρείται μόνο μέσω της μετανάστευσης, όπου η φυσική μεταβολή του πληθυσμού είναι, γενικά, αρνητική. Τα επίπεδα του πληθυσμού διαγράφουν πτωτική πορεία και σε μεγάλο μέρος της Βουλγαρίας, της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Κροατίας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας, της Πορτογαλίας, της Ρουμανίας και των χωρών της Βαλτικής, ως αποτέλεσμα της φυσικής μείωσης του πληθυσμού. Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη επιτείνεται συχνά από την καθαρή μεταναστευτική εκροή, η οποία είναι ιδιαίτερα έντονη σε ορισμένες περιφέρειες μετά τη χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση.

Ποσοστά γεννητικότητας και γονιμότητας

Οι γυναίκες στην ΕΕ γεννούν λιγότερα παιδιά, γεγονός που συμβάλλει στην επιβράδυνση ή ακόμα και ανατροπή της φυσικής αύξησης του πληθυσμού. Σ’ αυτή την ενότητα παρουσιάζονται πληροφορίες σχετικά με τα περιφερειακά ακαθάριστα ποσοστά γεννητικότητας (ο λόγος του αριθμού των γεννήσεων προς τον μέσο πληθυσμό, εκφρασμένος ανά χίλιους κατοίκους) και τα ποσοστά γονιμότητας (ο μέσος αριθμός παιδιών που γεννά μια γυναίκα). Το 2012 το ακαθάριστο ποσοστό γεννητικότητας στην ΕΕ-28 ήταν 10,4 γεννήσεις ανά χίλιους κατοίκους. Στα κράτη μέλη της ΕΕ το ακαθάριστο ποσοστό γεννητικότητας έφτασε στο ύψιστο σημείο των 15,7 γεννήσεων ανά χίλιους κατοίκους στην Ιρλανδία και ήταν επίσης σχετικά υψηλό στο Ηνωμένο Βασίλειο (12,8) και στη Γαλλία (12,6). Στο άλλο άκρο του φάσματος, το ακαθάριστο ποσοστό γεννητικότητας ήταν 10,0 γεννήσεις ανά χίλιους κατοίκους ή χαμηλότερο στο μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής Ευρώπης (Βουλγαρία, Κροατία, Ουγγαρία, Πολωνία και Ρουμανία), της νότιας Ευρώπης (Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία, Μάλτα και Πορτογαλία), καθώς και στη Γερμανία, τη Λετονία και την Αυστρία.

Από τη σύγκριση μεταξύ του 2009 και του 2012 προκύπτει ότι το ακαθάριστο ποσοστό γεννητικότητας μειώθηκε στα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ, γεγονός που δηλώνει ότι η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση επηρέασε την απόφαση τεκνοποίησης. Η Γερμανία, η Αυστρία και το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν τα μόνα κράτη μέλη που δήλωσαν αύξηση του ακαθάριστου ποσοστού γεννητικότητας από το 2009 έως το 2012 (στην περίπτωση της Γερμανίας και της Αυστρίας τα ποσοστά αφετηρίας ήταν πολύ χαμηλά), ενώ το ποσοστό γεννητικότητας παρέμεινε αμετάβλητο στο Λουξεμβούργο, τη Μάλτα και τη Σλοβενία. Οι ειδικοί στον τομέα της δημογραφικής και οικογενειακής πολιτικής είναι διχασμένοι ως προς τους λόγους γι’ αυτή τη φαινόμενη απροθυμία τεκνοποίησης. Ωστόσο, σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις της Eurostat για τον πληθυσμό, θα σημειωθεί πιθανώς μείωση τις προσεχείς δεκαετίες, η οποία θα πλήξει χώρες όπως η Γερμανία, η Ισπανία και τα κράτη μέλη της Βαλτικής.

Ορισμένα από τα υψηλότερα ακαθάριστα ποσοστά γεννητικότητας στην ΕΕ καταγράφηκαν στις περιφέρειες της πρωτεύουσας στο Βέλγιο, την Ιρλανδία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο

Στον χάρτη 5 εμφανίζονται τα ακαθάριστα ποσοστά γεννητικότητας στις περιφέρειες NUTS 2 το 2012. Εκτός από τις απόκεντρες, υπερπόντιες περιφέρειες Guyane και Réunion (αμφότερες στη Γαλλία) και Ciudad Autónoma de Melilla (Ισπανία), τα υψηλότερα ακαθάριστα ποσοστά γεννητικότητας στην ΕΕ σημειώθηκαν στις περιφέρειες της πρωτεύουσας Inner and Outer London (Ηνωμένο Βασίλειο), Southern and Eastern (Ιρλανδία), Région de Bruxelles-Capitale / Brussels Hoofdstedelijk Gewest (Βέλγιο) και Île de France (Γαλλία). Καθεμία απ’ αυτές τις περιφέρειες, μαζί με την άλλη ιρλανδική περιφέρεια (Border, Midland and Western), τη Βόρεια Ιρλανδία (Ηνωμένο Βασίλειο), και τις τρεις κυρίως αστικές περιφέρειες του Ηνωμένου Βασιλείου (West Midlands, Greater Manchester και West Yorkshire) κατέγραψαν ακαθάριστο ποσοστό γεννητικότητας τουλάχιστον 14,0 γεννήσεις ανά χίλιους κατοίκους το 2012 (όπως φαίνεται από την πιο σκούρα απόχρωση στον χάρτη 5)• αξίζει να σημειωθεί ότι τα στοιχεία για το μεν Ηνωμένο Βασίλειο αφορούν το 2010, για τη δε Ιρλανδία το 2011.

Χάρτης 5: Ακαθάριστο ποσοστό γεννητικότητας, κατά περιφέρειες NUTS 2, 2012 (1)
(αριθμός γεννήσεων ζώντων τέκνων ανά 1 000 κατοίκους) – Πηγή: Eurostat (demo_r_gind3) και (demo_gind)

Τα χαμηλότερα ακαθάριστα ποσοστά γεννητικότητας (λιγότερες από 8,0 γεννήσεις ανά χίλιους κατοίκους το 2012) εμφανίζονται στον ίδιο χάρτη με τη φωτεινότερη απόχρωση• συγκεντρώνονται στη Γερμανία (19 περιφέρειες), ενώ το υπόλοιπο ποσοστό καταγράφεται στην Ιταλία και την Πορτογαλία (τέσσερις περιφέρειες για κάθε χώρα), την Ισπανία (τρεις περιφέρειες), την Ελλάδα (δύο περιφέρειες) και την ανατολική Αυστρία (περιφέρεια Burgenland). Το χαμηλότερο ακαθάριστο ποσοστό γεννητικότητας σημειώθηκε στην περιφέρεια Saarland της δυτικής Γερμανίας (6,8 γεννήσεις ανά χίλιους κατοίκους).

Τα ποσοστά γονιμότητας μειώθηκαν μετά τη χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση

Το συνολικό ποσοστό γονιμότητας στην ΕΕ-28 έφθασε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα: 1,45 γεννήσεις ζώντων τέκνων ανά γυναίκα το 2002. Στη συνέχεια, διαπιστώθηκε ελαφρά άνοδος σε 1,61 το 2008, προτού καταγραφεί και πάλι μείωση μετά την έναρξη της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης σε 1,58 το 2012. Στα αναπτυγμένα μέρη του κόσμου, ο συνολικός αριθμός σχεδόν 2,1 γεννήσεις ζώντων τέκνων ανά γυναίκα θεωρείται ο φυσιολογικός ρυθμός αντικατάστασης — με άλλα λόγια, το επίπεδο στο οποίο το μέγεθος του πληθυσμού θα παρέμενε μακροπρόθεσμα σταθερό, εάν δεν υπήρχε μεταναστευτική εισορή ή εκροή.

Τα υψηλότερα ποσοστά γονιμότητας στα κράτη μέλη της ΕΕ το 2012 σημειώθηκαν στην Ιρλανδία και τη Γαλλία (σε αμφότερες τις χώρες 2,01 γεννήσεις ζώντων τέκνων ανά γυναίκα), και ακολουθούν το Ηνωμένο Βασίλειο (1,92) και η Σουηδία (1,91). Τα ποσοστά γονιμότητας ήταν συχνά υψηλότερα στα κράτη μέλη όπου η οικογένεια ως μονάδα ήταν σχετικά αδύναμη (χαμηλά ποσοστά εγγάμων και υψηλά ποσοστά γεννήσεων εκτός γάμου), τα ασταθή ζευγάρια ήταν σχετικά κοινό φαινόμενο (σχετικά υψηλός αριθμός διαζυγίων) και η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας ήταν υψηλή. Τα ποσοστά γονιμότητας ήταν χαμηλότερα από 1,50 γεννήσεις ζώντων τέκνων ανά γυναίκα σε 13 κράτη μέλη• το χαμηλότερο σχετικό ποσοστό καταγράφηκε στην Πορτογαλία –μία από τις χώρες που επλήγη σφοδρότερα από τη χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση: 1,28 γεννήσεις ζώντων τέκνων ανά γυναίκα.

Οι αποκλίσεις που παρουσιάζουν τα ποσοστά γονιμότητας μεταξύ των περιφερειών μπορούν να συνδεθούν με μια σειρά παραγόντων, όπως την κοινωνικοοικονομική διάρθρωση του πληθυσμού (π.χ. μορφωτικό επίπεδο, επαγγελματική κατάσταση, εισοδηματική κατάσταση ή ηλικία)• τον τόπο κατοικίας (π.χ. διαθεσιμότητα υποδομών /παιδικών σταθμών ή κατάσταση της στεγαστικής αγοράς)• ή πολιτιστικούς παράγοντες (π.χ. θρησκευτικές πεποιθήσεις και έθιμα, νοοτροπία τεκνοποίησης εκτός γάμου ή αντιλήψεις σχετικά με την αντισύλληψη). Η κατανομή των ποσοστών γονιμότητας αποτυπώνεται στο γράφημα 4: εμφανίζεται ιδιαίτερα ομοιογενής, καθώς οι περισσότερες περιφέρειες του ίδιου κράτους μέλους σπάνια καταγράφουν ποσοστά που απέχουν σημαντικά από τον εθνικό μέσο όρο το 2012. Οι εξαιρέσεις αυτού του κανόνα περιλάμβαναν τις απόκεντρες περιφέρειες Ciudad Autónoma de Melilla (Ισπανία) και Guyane, Réunion και Guadeloupe (υπερπόντιες περιφέρειες της Γαλλίας)• αυτές ήταν οι μόνες περιφέρειες NUTS 2 που σημείωσαν ποσοστά γονιμότητας πάνω από τον φυσικό ρυθμό αντικατάστασης το 2012. Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για το Ηνωμένο Βασίλειο αφορούν το 2010, όταν πέντε περιφέρειες σημείωσαν ποσοστά γονιμότητας ίσα ή υψηλότερα από τον φυσικό ρυθμό αντικατάστασης: Outer London, Dorset and Somerset, the West Midlands, Lincolnshire και Kent.

Γράφημα 4: Συνολικό ποσοστό γονιμότητας, κατά περιφέρειες NUTS 2, 2012 (1)
(μέσος αριθμός γεννήσεων ζώντων τέκνων ανά γυναίκα) – Πηγή: Eurostat (demo_r_frate2)

Από τις 37 περιφέρειες NUTS 2 της ΕΕ που είχαν συνολικό ποσοστό γονιμότητας 2,00 ή παραπάνω (το 2012, εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά), πολλές ήταν περιφέρειες είτε στο Ηνωμένο Βασίλειο (19 περιφέρειες• τα στοιχεία αφορούν το 2010) είτε στη Γαλλία (13 περιφέρειες), ενώ οι υπόλοιπες ήταν οι δύο ιρλανδικές περιφέρειες (τα στοιχεία αφορούν το 2011) και μία περιφέρεια από Ισπανία (Ciudad Autónoma de Melilla), μία από τη Φινλανδία (Pohjois- ja Itä-Suomi) και μία από τη Σουηδία (Småland med öarna). Από τις χώρες ΕΖΕΣ, το ποσοστό γονιμότητας αυξήθηκε επίσης πάνω από το όριο αυτό στην Ισλανδία (2,04) και τη νορβηγική περιφέρεια Agder og Rogaland (2,02).

Από τις υποψήφιες χώρες, τα υψηλότερα ποσοστά γονιμότητας το 2012 σημειώθηκαν στις περιφέρειες της ανατολικής Τουρκίας: Şanliurfa, Diyarbakır (3,80)• Mardin, Batman, Sirnak, Şiirt (3,61)• Van, Muş, Bitlis, Hakkari (3,44)• Ağri, Kars, Iğdir, Ardahan (3,36)• και Gaziantep, Adiyaman, Kilis (3,01)• τέσσερις επιπλέον τουρκικές περιφέρειες δήλωσαν ποσοστά γονιμότητας πάνω από τον φυσικό ρυθμό αντικατάστασης. Διαπιστώθηκε έντονη αντίθεση ανάμεσα σ’ αυτά τα σχετικά υψηλά ποσοστά γονιμότητας που καταγράφηκαν στην ανατολική Τουρκία και τα ποσοστά γεννητικότητας των δυτικών τουρκικών περιφερειών, στις οποίες κυμάνθηκαν, γενικά, μεταξύ 1,6 και 1,9 γεννήσεις ζώντων τέκνων ανά γυναίκα.

Το χαμηλότερο ποσοστό γονιμότητας στην ΕΕ σημειώθηκε στη βορειοδυτική Ισπανία, στην περιφέρεια Principado de Asturias

Γενικά, τα χαμηλότερα ποσοστά γονιμότητας καταγράφηκαν στη νότια και την ανατολική Ευρώπη. Τέσσερις περιφέρειες NUTS 2 στην ΕΕ δήλωσαν ποσοστό γονιμότητας κάτω του 1,10 το 2012: τρεις απ’ αυτές τις περιφέρειες ήταν ισπανικές: δύο από το βορειοδυτικό τμήμα της χώρας –η Principado de Asturias (με μέσο αριθμό γεννήσεων ζώντων τέκνων ανά γυναίκα 1,06, τον χαμηλότερο στην ΕΕ) και η Galicia (1,09)– και η νησιωτική περιφέρεια Canarias (1,07)• η πορτογαλική Região Autónoma da Madeira ήταν η τέταρτη περιφέρεια, με ποσοστό γονιμότητας 1,08.

Ποσοστά θνησιμότητας και βρεφικής θνησιμότητας

Το 2012 σημειώθηκαν συνολικά 5,01 εκατομμύρια θάνατοι σε ολόκληρη την ΕΕ-28, δηλαδή 2,9 % περισσότεροι απ’ ό,τι το 2011. Το ακαθάριστο ποσοστό θνησιμότητας στην ΕΕ-28 ήταν 9,9 θάνατοι ανά χίλιους κατοίκους το 2012 και κυμαινόταν από 15,0 στη Βουλγαρία, 14,3 στη Λετονία και 13,7 στη Λιθουανία, έως λιγότερο από 8,0 στο Λουξεμβούργο, την Κύπρο και την Ιρλανδία.

Στον χάρτη 6 παρουσιάζεται η περιφερειακή κατανομή του ακαθάριστου ποσοστού θνησιμότητας: ο αριθμός θανάτων γενικά αντικατοπτρίζει τη διάρθρωση του πληθυσμού (οι ηλικιωμένοι είναι πιθανότερο να πεθάνουν), καθώς και την πιθανότητα προσβολής από συγκεκριμένη ασθένεια/νόσο. Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις αιτίες θανάτου παρέχονται στο άρθρο σχετικά με τις περιφερειακές στατιστικές για την υγεία. Πέντε από τις έξι βουλγαρικές περιφέρειες (δηλ. εκτός από τη Yugozapaden), η μοναδική λετονική περιφέρεια σ’ αυτό το επίπεδο ανάλυσης και δύο ουγγρικές περιφέρειες (Észak-Magyarország και Dél-Alföld) σημείωσαν τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας σ’ όλη την ΕΕ το 2012 (όπως φαίνεται από την πιο σκούρα απόχρωση στον χάρτη). Το υψηλότερο ακαθάριστο ποσοστό θνησιμότητας σημειώθηκε στη Severozapaden (Βουλγαρία), τη δεύτερη φτωχότερη περιφέρεια της ΕΕ (με βάση το ΑΕΠ ανά κάτοικο), με 19,9 θανάτους ανά χίλιους κατοίκους.

Χάρτης 6: Ακαθάριστο ποσοστό θνησιμότητας, κατά περιφέρειες NUTS 2, 2012 (1)
(αριθμός θανάτων ανά 1 000 κατοίκους) – Πηγή: Eurostat (demo_r_gind3) και (demo_gind)

Στο άλλο άκρο του φάσματος, πολλές από τις περιφέρειες με τα χαμηλότερα ακαθάριστα ποσοστά θνησιμότητας χαρακτηρίζονταν από σχετικά νεαρό πληθυσμό. Τα δύο χαμηλότερα ακαθάριστα ποσοστά θνησιμότητας καταγράφηκαν στις γαλλικές υπερπόντιες περιφέρειες Guyane (3,2 θάνατοι ανά χίλιους κατοίκους) και Réunion (5,0), ενώ οι άλλες δύο γαλλικές υπερπόντιες περιφέρειες (Martinique και Guadeloupe) και τέσσερις απόκεντρες ισπανικές περιφέρειες (Illes Balears, Canarias, Ciudad Autónoma de Ceuta και Ciudad Autónoma de Melilla) ήταν επίσης μεταξύ των 27 περιφερειών NUTS 2 με ακαθάριστο ποσοστό θνησιμότητας χαμηλότερο από 8,0 ανά χίλιους κατοίκους. Κατά τα άλλα, πολλές από τις υπόλοιπες περιφέρειες ήταν περιφέρειες πρωτεύουσας, όπως οι Helsinki-Uusimaa, Stockholm, Inner and Outer London, Comunidad de Madrid, Southern and Eastern (Ιρλανδία) και Île de France• το Λουξεμβούργο και η Κύπρος περιλαμβάνονταν επίσης σ’ αυτή την κατηγορία (αυτά τα δύο κράτη μέλη καλύπτονται αμφότερα από μία και μόνο περιφέρεια σ’ αυτό το επίπεδο ανάλυσης).

Πολλές περιφέρειες με σχετικά χαμηλό βιοτικό επίπεδο είχαν υψηλά επίπεδα βρεφικής θνησιμότητας

Στην ΕΕ το ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας (ο αριθμός θανάτων παιδιών ηλικίας μικρότερης από ένα έτος σε σύγκριση με τον αριθμό γεννήσεων ζώντων τέκνων) μειώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες, μεταξύ άλλων, επειδή βελτιώθηκε η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και η πρόσβαση σε αυτή• αυξήθηκε η ανοσοποίηση σε ασθένειες• μειώθηκε η κακή διατροφή των παιδιών• και, γενικά, βελτιώθηκε το βιοτικό επίπεδο (καλύτερες συνθήκες υγιεινής, πρόσβαση σε καθαρό νερό ή ικανότητα θέρμανσης της κατοικίας). Αν και στην Ευρώπη καταγράφονται ορισμένα από τα χαμηλότερα επίπεδα βρεφικής θνησιμότητας στον κόσμο, αποτελεί συνήθη πρακτική των στατιστικών συστημάτων να συλλέγουν αυτά τα στοιχεία, καθώς ο συγκεκριμένος δείκτης χρησιμοποιείται συχνά για την αξιολόγηση της συνολικής υγείας μιας χώρας. Το 2012 τα ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας στην ΕΕ-28 ανέρχονταν σε 3,8 θανάτους (μεταξύ παιδιών ηλικίας μικρότερης από ένα έτος) ανά χίλιες γεννήσεις ζώντων τέκνων.

Τα υψηλότερα ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας στα κράτη μέλη της ΕΕ καταγράφηκαν στη Ρουμανία (9,0 θάνατοι ανά χίλιες γεννήσεις ζώντων τέκνων) και στη Βουλγαρία (7,8), ενώ η Λετονία (6,3), η Σλοβακία (5,8) και η Μάλτα (5,3) ήταν τα μόνα άλλα κράτη μέλη που το 2012 σημείωσαν ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας πάνω από 5,0 θανάτους ανά χίλιες γεννήσεις ζώντων τέκνων. Στο άλλο άκρο του φάσματος, τα χαμηλότερα ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας σημειώθηκαν στη Σλοβενία (1,6 θάνατοι ανά χίλιες γεννήσεις ζώντων τέκνων), στη Φινλανδία (2,4) και στο Λουξεμβούργο (2,5).

Το 2012 τέσσερις περιφέρειες NUTS 2 στην ΕΕ είχαν διψήφια ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας (βλ. γράφημα 5). Οι περιφέρειες αυτές περιλάμβαναν τη γαλλική υπερπόντια περιφέρεια Guadeloupe, τις δύο βουλγαρικές περιφέρειες Severozapaden και Yugoiztochen και τη ρουμανική περιφέρεια Sud-Est (με το υψηλότερο ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας: 11,6 θάνατοι ανά χίλιες γεννήσεις ζώντων τέκνων)• τόσο οι δύο βουλγαρικές περιφέρειες όσο και η περιφέρεια Sud-Est της Ρουμανίας ήταν μεταξύ των 10 περιφερειών NUTS 2 με τα χαμηλότερα επίπεδα ΑΕΠ ανά κάτοικο το 2011.

Γράφημα 5: Ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας, κατά περιφέρειες NUTS 2, 2012 (1)
(ανά 1 000 γεννήσεις ζώντων τέκνων) – Πηγή: Eurostat (demo_r_minfind) και (demo_minfind)

Μηδενικό ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας στις Νήσους Åland κατά τα τρία από τα τέσσερα τελευταία χρόνια

Στο άλλο άκρο του φάσματος, το 2012 η βρεφική θνησιμότητα μειώθηκε στο μηδέν στις Νήσους Åland (ανοικτά των νοτιοδυτικών ακτών της Φινλανδίας)• για τρίτη φορά σε τέσσερα χρόνια καταγράφεται μηδενικό ποσοστό στη συγκεκριμένη περιφέρεια. Το 2012, 13 περιφέρειες NUTS 2 σε ολόκληρη την ΕΕ σημείωσαν ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας μικρότερα από 2,0 θανάτους ανά ανά χίλιες γεννήσεις ζώντων τέκνων. Οι περιφέρειες αυτές κάλυπταν οκτώ διαφορετικές χώρες και περιλάμβαναν τέσσερις ελληνικές περιφέρειες, δύο περιφέρειες από την Ιταλία, και τις δύο σλοβενικές περιφέρειες, καθώς και μία περιφέρεια από την Τσεχική Δημοκρατία, μία από τη Γερμανία, μία από την Ισπανία, μία από τη Γαλλία και μία από τη Φινλανδία.

Η μεγαλύτερη διακύμανση στα ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας καταγράφηκε στις περιφέρειες της Γαλλίας, όπου τις τέσσερις πρώτες θέσεις της κατανομής καταλάμβαναν οι υπερπόντιες περιφέρειες Guadeloupe, Martinique, Guyane και Réunion. Επιπλέον, το γράφημα 5 δείχνει ότι ο βαθμός διακύμανσης (μεταξύ περιφερειών της ίδιας χώρας) ήταν επίσης σχετικά σημαντικός στα κράτη μέλη με ορισμένα από τα υψηλότερα ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας –Ρουμανία, Βουλγαρία, Σλοβακία και Ουγγαρία– σε καθένα από τα οποία η περιφέρεια πρωτεύουσας είχε το χαμηλότερο ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας, αισθητά χαμηλότερο από τους αντίστοιχους εθνικούς μέσους όρους.

Αντιθέτως, στα κράτη μέλη με σχετικά χαμηλά ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας, η περιφέρεια της πρωτεύουσας κατέγραφε συνήθως ποσοστό κοντά στον εθνικό μέσο όρο. Οι κυριοτέρες εξαιρέσεις αυτού του κανόνα ήταν η Wien (η μόνη αυστριακή περιφέρεια με ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας πάνω από τον εθνικό μέσο όρο) και η Praha (με το χαμηλότερο ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας μεταξύ των τσεχικών περιφερειών)• οι περιφέρειες της πρωτεύουσας Berlin και Stockholm επίσης σημείωσαν σχετικά χαμηλά ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας σε σχέση με τους αντίστοιχους εθνικούς μέσους όρους τους.

Προσδόκιμο ζωής

Χάρτης 7: Προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση, κατά περιφέρειες NUTS 2, 2012 (1)
(έτη) – Πηγή: Eurostat (demo_r_mlifexp) και (demo_mlexpec)

Τα τελευταία 50 χρόνια το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση αυξήθηκε κατά περίπου 10 έτη, κατά μέσο όρο, σε ολόκληρη την ΕΕ. Αυτό οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στις καλύτερες κοινωνικοοικονομικές και περιβαλλοντικές συνθήκες, καθώς και στην καλύτερη ιατρική αγωγή και περίθαλψη. Στον χάρτη 7 παρουσιάζεται το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση για τις περιφέρειες NUTS 2 το 2012. Αξίζει να σημειωθεί ότι, ενώ ο χάρτης περιλαμβάνει πληροφορίες για τον συνολικό πληθυσμό, εξακολουθούν να διαπιστώνονται σημαντικές αποκλίσεις στο προσδόκιμο ζωής μεταξύ ανδρών και γυναικών, παρά την ύπαρξη στοιχείων που αποδεικνύουν ότι αυτές οι διαφορές μεταξύ των φύλων μειώνονται σταδιακά στα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ.

Κατά μέσο όσο, ένας Ευρωπαίος που γεννήθηκε το 2012 αναμένεται ότι θα μπορούσε να ζήσει 80,3 χρόνια

Στον χάρτη 7 φαίνεται ότι, το 2012, το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση ήταν, κατά μέσο όρο, 80,3 έτη στην ΕΕ-28• το προσδόκιμο ζωής για τις γυναίκες ήταν 83,1 έτη, ενώ για τους άντρες ήταν 5,6 έτη μικρότερο. Παρουσιάζει ενδιαφέρον το γεγονός ότι, ενώ υπήρχε σχετικά ευρύ χάσμα μεταξύ των φύλων όσον αφορά το προσδόκιμο ζωής, η διαφορά ως προς τα αναμενόμενα έτη υγιούς ζωής ήταν αισθητά μικρότερη, καθώς η γυναίκα που γεννήθηκε στην ΕΕ-28 το 2012 αναμένεται ότι θα μπορούσε να ζήσει 61,9 έτη σε κατάσταση υγείας (δηλ. χωρίς περιορισμούς στην αυτοεξυπηρέτηση / αναπηρία), ενώ ο αντίστοιχος αριθμός για τους άντρες ήταν 61,3 έτη –μόλις 0,6 έτη μικρότερος.

Το 2012 υπήρχαν 16 περιφέρειες NUTS 2 όπου το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση ήταν 83,0 έτη ή μεγαλύτερο. Οι περιφέρειες αυτές βρίσκονταν σε μόνο τρία κράτη μέλη της ΕΕ: επτά στην Ισπανία, πέντε στη Γαλλία και τέσσερις στην Ιταλία. Η πλειονότητα αυτών των περιφερειών εκτεινόταν από την περιφέρεια της ισπανικής πρωτεύουσας έως τις νότιες ισπανικές ακτές, περνούσε μέσα από τη νότια Γαλλία (συμπεριλαμβανομένης της Κορσικής) και κατέληγε στη βορειοανατολική Ιταλία• στις εξαιρέσεις περιλαμβάνονταν η περιφέρεια της γαλλικής πρωτεύουσας και η γαλλική υπερπόντια περιφέρεια Martinique. Το υψηλότερο προσδόκιμο ζωής το 2012 (μεταξύ των περιφερειών NUTS 2) καταγράφηκε στην περιφέρεια της ισπανικής πρωτεύουσας Comunidad de Madrid: 84,2 έτη.

Στο άλλο άκρο του φάσματος βρίσκονταν 47 περιφέρειες NUTS 2 που ανήκαν πρωτίστως σε ανατολικοευρωπαϊκές χώρες: Βουλγαρία, Τσεχική Δημοκρατία, Κροατία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία και Σλοβακία. Οι τρεις χώρες της Βαλτικής (καθεμία από τις οποίες αποτελούσε ενιαία περιφέρεια σ’ αυτό το επίπεδο ανάλυσης), οι δύο πορτογαλικές περιφέρειες regiões autónomas da Madeira και dos Açores, καθώς και η περιφέρεια South Western Scotland (Ηνωμένο Βασίλειο) ήταν οι μόνες άλλες περιφέρειες της ΕΕ-28 που είχαν προσδόκιμο ζωής χαμηλότερο από 78,0 έτη (όπως φαίνεται από την πιο φωτεινή απόχρωση στον χάρτη 7). Το χαμηλότερο προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση το 2012 (μεταξύ των περιφερειών NUTS 2) καταγράφηκε στη βουλγαρική περιφέρεια Severozapaden: 72,9 έτη. Ως εκ τούτου, η διαφορά στο προσδόκιμο ζωής μεταξύ της Severozapaden και της Comunidad de Madrid ήταν 11,3 έτη.

RYB glass.png
Οι περιφέρειες στο προσκήνιο:


Comunidad de Madrid (ES30), Ισπανία

Puerta de Europa, Madrid
Το υψηλότερο προσδόκιμο ζωής (κατά τη γέννηση) μεταξύ των περιφερειών NUTS 2 στην ΕΕ καταγράφηκε στην περιφέρεια της ισπανικής πρωτεύουσας Comunidad de Madrid: 84,2 έτη το 2012.
Το μέσο προσδόκιμο ζωής (κατά τη γέννηση) στην ΕΕ-28 ήταν 80,3 έτη το 2012. Κάθε περιφέρεια NUTS 2 στην Ισπανία κατέγραψε προσδόκιμο ζωής πάνω από το όριο αυτό, ενώ ο αντίστοιχος μέσος όρος για το σύνολο της Ισπανίας ήταν 82,5 έτη – ο μεγαλύτερος αριθμός ετών από οποιοδήποτε κράτος μέλος της ΕΕ.
© Φωτογραφία: Luis Garcia

Πηγές και διαθεσιμότητα δεδομένων

Η Eurostat συλλέγει μεγάλο εύρος δημογραφικών στοιχείων, όπως στατιστικές για τους εθνικούς και τους περιφερειακούς πληθυσμούς, καθώς και στοιχεία για διάφορα δημογραφικά γεγονότα τα οποία επηρεάζουν το μέγεθος, τη διάρθρωση και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του πληθυσμού. Αυτές οι στατιστικές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για πληθώρα ενεργειών σχεδιασμού, παρακολούθησης και αξιολόγησης σε αρκετούς σημαντικούς τομείς της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής, π.χ. για:

  • την ανάλυση της γήρανσης του πληθυσμού και των συνεπειών της στη βιωσιμότητα και την ευημερία•
  • την αξιολόγηση του οικονομικού αντικτύπου της δημογραφικής μεταβολής•
  • τον υπολογισμό λόγων και δεικτών «ανά κάτοικο», όπως το περιφερειακό ΑΕΠ ανά κάτοικο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιείται για τη χορήγηση πόρων από τα διαρθρωτικά ταμεία σε οικονομικά μειονεκτούσες περιφέρειες•
  • την ανάπτυξη και την παρακολούθηση της μετανάστευσης και των συστημάτων παροχής ασύλου.

Αποτελέσματα απογραφών και πιθανές αναθεωρήσεις πληθυσμιακών στοιχείων

Σ’ αυτό το άρθρο παρουσιάζονται τα πληθυσμιακά στοιχεία που ήταν διαθέσιμα τον Μάρτιο του 2014. Για τις περισσότερες χώρες, τα πληθυσμιακά στοιχεία για το 2011 και μετά λαμβάνουν υπόψη τα αποτελέσματα της τελευταίας απογραφής (η οποία πραγματοποιήθηκε το 2011). Η χρονολογική σειρά για τον πληθυσμό η οποία καλύπτει την περίοδο από την προηγούμενη απογραφή στις συγκεκριμένες χώρες έως το 2011 θα αναθεωρηθεί πριν από το τέλος του 2014 από κάποιες χώρες, με βάση τις συστάσεις της Eurostat. Από τη σύγκριση των πληθυσμών μεταξύ του έτους που προηγήθηκε της απογραφής και του έτους που ακολούθησε την απογραφή (βλ. τις διακοπές της χρονολογικής σειράς στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων) μπορεί να προκύψουν διαφορές, οι οποίες εξηγούνται εν μέρει από τις μεταβολές στη διάρθρωση του πληθυσμού και εν μέρει από τη μη διαθεσιμότητα αναθεωρημένων προ της απογραφής πληθυσμιακών στοιχείων τη στιγμή σύνταξης του παρόντος άρθρου.

Ορισμοί των δεικτών

Ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων εκφράζει τον αριθμό των ηλικιωμένων σε ηλικία κατά την οποία είναι γενικά μη οικονομικά ενεργοί (65 και άνω στο παρόν άρθρο) προς τον αριθμό των ατόμων σε ηλικία εργασίας (κατά συνθήκη, 15–64 ετών). Όταν αναλύονται δείκτες εξάρτησης πρέπει να επισημαίνεται ότι ο πληθυσμός σε ηλικία εργασίας περιλαμβάνει συχνά σημαντικό αριθμό ατόμων που επιλέγουν να μην εργάζονται (π.χ. οι φοιτητές, όσοι μεγαλώνουν παιδιά ή εκείνοι που φροντίζουν άλλα μέλη της οικογένειάς τους), ενώ –ιδίως σε περιόδους ύφεσης ή κρίσης– υπάρχουν πολλά άτομα που δεν μπορούν να βρουν εργασία και εγκαταλείπουν το εργατικό δυναμικό. Επιπλέον, διαρκώς περισσότεροι ηλικιωμένοι εξακολουθουν να εργάζονται πέρα από το κατά παράδοση όριο συνταξιοδότησης, ενώ άλλοι έχουν επαρκείς αποταμιεύσεις τη στιγμή της συνταξιοδότησής τους, ώστε να θεωρούνται «ανεξάρτητοι» και όχι εξαρτημένοι από τον πληθυσμό σε ηλικία εργασίας.

Η μεταβολή του πληθυσμού συνιστά τη διαφορά που παρουσιάζει το μέγεθος του πληθυσμού μεταξύ του τέλους και της αρχής μιας περιόδου (π.χ. ενός ημερολογιακού έτους). Η θετική μεταβολή του πληθυσμού αναφέρεται ως αύξηση του πληθυσμού, ενώ η αρνητική μεταβολή ως μείωση του πληθυσμού. Η μεταβολή του πληθυσμού αποτελείται από τις εξής δύο συνιστώσες:

  • τη φυσική μεταβολή, η οποία υπολογίζεται ως η διαφορά μεταξύ του αριθμού των γεννήσεων ζώντων τέκνων και του αριθμού των θανάτων. Η θετική φυσική μεταβολή, γνωστή και ως «φυσική αύξηση», συμβαίνει όταν ο αριθμός των γεννήσεων ζώντων τέκνων υπερβαίνει τον αριθμό των θανάτων. Η αρνητική φυσική μεταβολή, γνωστή και ως «φυσική μείωση», συμβαίνει όταν οι γεννήσεις ζώντων τέκνων είναι λιγότερες από τους θανάτους• και
  • την καθαρή μετανάστευση συμπεριλαμβανομένης της στατιστικής προσαρμογής, η οποία υπολογίζεται ως η διαφορά μεταξύ της συνολικής μεταβολής του πληθυσμού και της φυσικής μεταβολής. Ως εκ τούτου, οι στατιστικές σχετικά με την καθαρή μετανάστευση επηρεάζονται από κάθε στατιστική ανακρίβεια στα δύο μέρη αυτής της εξίσωσης, ιδίως στη μεταβολή του πληθυσμού. Η καθαρή μετανάστευση συμπεριλαμβανομένης της στατιστικής προσαρμογής μπορεί να καλύπτει, εκτός από τη διαφορά μεταξύ των μεταναστευτικών εισροών και εκροών, άλλες μεταβολές που διαπιστώνονται στα πληθυσμιακά στοιχεία μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου για δύο συναπτά έτη και οι οποίες δεν μπορούν να αποδοθούν σε γεννήσεις, θανάτους ή τη μεταναστευτική εισροή ή εκροή.

Τα ακαθάριστα ποσοστά μεταβολής υπολογίζονται για το σύνολο της μεταβολής του πληθυσμού, της φυσικής μεταβολής του πληθυσμού και της καθαρής μετανάστευσης (συμπεριλαμβανομένης της στατιστικής προσαρμογής). Σε κάθε περίπτωση, το επίπεδο της μεταβολής κατά τη διάρκεια του έτους συγκρίνεται με τον μέσο πληθυσμό της υπό εξέταση περιοχής κατά το ίδιο έτος, και ο λόγος που προκύπτει εκφράζεται ανά χίλιους κατοίκους.

Τα ακαθάριστα ποσοστά δημογραφικών γεγονότων ζωτικής σημασίας (γεννήσεων και θανάτων) καθορίζονται ως ο λόγος του αριθμού των δημογραφικών γεγονότων προς τον μέσο πληθυσμό της περιφέρειας κατά το ίδιο έτος, εκφρασμένος και πάλι ανά χίλιους κατοίκους.

Το συνολικό ποσοστό γονιμότητας ορίζεται ως ο μέσος αριθμός παιδιών που θα μπορούσε να γεννήσει μια γυναίκα κατά τη διάρκεια της ζωής της, εάν κατά την αναπαραγωγική της ηλικία παρουσιάσει τα ειδικά κατά ηλικία ποσοστά γονιμότητας που έχουν μετρηθεί για συγκεκριμένο έτος.

Το ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας ορίζεται ως ο λόγος του αριθμού των θανάτων παιδιών ηλικίας μικρότερης του ενός έτους προς τον αριθμό των γεννήσεων ζώντων τέκνων κατά το έτος αναφοράς, και ο λόγος που προκύπτει εκφράζεται ανά 1 000 γεννήσεις ζώντων τέκνων.

Το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση είναι ο μέσος αριθμός ετών που ένα νεογέννητο μπορεί να αναμένεται ότι θα ζήσει, εάν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του υπόκειται στις τρέχουσες συνθήκες θνησιμότητας.

Πλαίσιο

Την επόμενη δεκαετία, οι κοόρτεις νέων που θα εισέλθουν στην αγορά εργασίας θα είναι πολύ μικρότερες ως αποτέλεσμα της παρατεταμένα χαμηλής γονιμότητας. Παρά τις προσπάθειες που καταβάλλονται για την αύξηση των ποσοστών απασχόλησης, ο συνολικός αριθμός ατόμων σε ηλικία εργασίας στην ΕΕ θα μπορούσε να αρχίσει να φθίνει. Η δυνητική έλλειψη εργασίας θα μπορούσε να επηρεάσει την οικονομική ανάπτυξη. Από την άλλη πλευρά, οι κοόρτεις της γεννιάς της δημογραφικής έκρηξης θα αρχίσουν να συνταξιοδοτούνται, και οι αρμόδιοι για τη χάραξη πολιτικής σε περιφερειακό επίπεδο θα χρειαστεί, πιθανώς, να αντιμετωπίσουν κοινωνικές μεταβολές (π.χ. η σύνθεση των οικογενειών), οι οποίες θα αποτυπωθούν με ιδιαίτερη σαφήνεια στον αυξανόμενο αριθμό ηλικιωμένων που θα ζουν μόνοι τους.

Οι τομείς που θα αντιμετωπίσουν τις μεγαλύτερες δημογραφικές προκλήσεις είναι, μεταξύ άλλων, οι απόκεντρες, αγροτικές και μεταβιομηχανικές περιφέρειες, στις οποίες ο πληθυσμός είναι πιθανό να μειωθεί. Παρά την πόλωση μεταξή Ανατολής-Δύσης και Βορρά-Νότου, η εδαφική διάσταση της δημογραφικής μεταβολής επηρεάζετια και από άλλες εξελίξεις, κυρίως από:

  • την απόκλιση μεταξύ αστικών και αγροτικών περιφερειών• οι περισσότερες αστικές περιφέρειες εξακολουθούν να καταγράφουν αύξηση του πληθυσμού, ενώ ο αριθμός κατοίκων σε πολλές αγροτικές περιοχές φθίνει•
  • την επίδραση της περιφέρειας της πρωτεύουσας, καθώς οι πρωτεύουσες και ορισμένες από τις πέριξ περιφέρειες (π.χ. γύρω από τις μεγαλύτερες πρωτεύουσες Paris και London) εμφανίζουν το φαινόμενο της προσέλκυσης, το οποίο συνδέεται με τις αυξημένες ευκαιρίες απασχόλησης.


RYB info.png
Γηράσκουσα Ευρώπη: προβολές πληθυσμού μέχρι το 2050


Είναι πιθανό ο πληθυσμός της Ευρώπης να εμφανίσει σημαντική γήρανση τα επόμενα 35 έτη. Το βασικό σενάριο της Eurostat για τις προβολές πληθυσμού (EUROPOP2013) παρέχει ένα πλαίσιο για τις πιθανές εξελίξεις. Σύμφωνα με τις προβολές, η δημογραφική μετατόπιση προς έναν γηραιότερο πληθυσμό θα έχει ως αποτέλεσμα το ποσοστό του πληθυσμού της ΕΕ ηλικίας 65 ετών και άνω να αυξηθεί από 18,2 % στις αρχές του 2013 σε 28,1 % έως το 2050, τη στιγμή που ο πληθυσμός σε ηλικία εργασίας θα μειωθεί από 66,2 % σε 56,9 %. Ως εκ τούτου, η κατηγορία ατόμων σε ηλικία εργασίας θα είναι μικρότερη κατά σχεδόν 40 εκατομμύρια άτομα. Το μέγεθος και η σχετική βαρύτητα του πληθυσμού ηλικίας 65 ετών και άνω θα αυξηθεί με ταχείς ρυθμούς καθ’ όλη την περίοδο της προβολής, με σχεδόν 150 εκατομμύρια άτομα σ’ αυτή την ηλικιακή ομάδα έως το 2050. Ο αριθμός των ιδιαίτερα ηλικιωμένων ατόμων (στο παρόν άρθρο λογίζονται ως τέτοια τα άτομα ηλικίας 80 ετών και άνω) προβλέπεται ότι θα αυξηθεί με ακόμη ταχύτερους ρυθμούς: θα υπερδιπλασιαστεί φθάνοντας σε 57,3 εκατομμύρια έως το 2050. Ως αποτέλεσμα αυτών των διαφορετικών τάσεων μεταξύ των ηλικιακών ομάδων, το δημογραφικό ποσοστό εξάρτησης ηλικιωμένων (τα άτομα ηλικίας 65 ετών ή άνω προς τα άτομα ηλικίας 15-64 ετών) προβλέπεται ότι θα αυξηθεί από 27,5 % στις αρχές του 2013 σε σχεδόν 50 % μέχρι το 2050. Αυτό συνεπάγεται μεταστροφή για την ΕΕ: από σχεδόν τέσσερα άτομα σε ηλικία εργασίας για κάθε άτομο ηλικίας 65 και άνω θα έχει πλέον δύο άτομα σε ηλικία εργασίας για κάθε άτομο ηλικίας 65 και άνω σε διάστημα μικρότερο από μια 40ετία.

Πηγή: Eurostat (κωδικός ηλεκτρονικών δεδομένων: proj_13npms)


Μ’ αυτές τις σημαντικές διαρθρωτικές μεταβολές στα δημογραφικά στοιχεία της ΕΕ, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι αρμόδιοι για τη χάραξη πολιτικής προβληματίζονται από τις μελλοντικές εξελίξεις. Η στρατηγική «Ευρώπη 2020» για την ανάπτυξη εστιάζεται σε πέντε στόχους στους τομείς της απασχόλησης, της καινοτομίας, της εκπαίδευσης, της μείωσης της φτώχειας και του κλίματος / της ενέργειας. Η επίτευξη αυτών των στόχων επιδιώκεται μέσω επτά εμβληματικών πρωτοβουλιών, οι περισσότερες από τις οποίες αφορούν κατά κάποιον τρόπο τις δημογραφικές προκλήσεις. Η υλοποίηση της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» και των εμβληματικών της πρωτοβουλιών βασίζεται στη χρηματοδοτική στήριξη από τους μηχανισμούς της πολιτικής για τη συνοχή, καθώς και σε ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση των δημογραφικών μεταβολών και της γήρανσης του πληθυσμού. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πώς η στρατηγική «Ευρώπη 2020» για την ανάπτυξη επηρεάζει τις περιφέρειες της ΕΕ, συβουλευθείτε το ισαγωγικό άρθρο.

Εκτός από την «Ένωση Καινοτομίας» (βλ. παρακάτω), η εμβληματική πρωτοβουλία της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» με τίτλο «Ψηφιακό θεματολόγιο» προωθεί τον ψηφιακό γραμματισμό των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας και την προσβασιμότητά τους στον ψηφιακό κόσμο, ενώ η εμβληματική πρωτοβουλία «Ατζέντα για νέες δεξιότητες και θέσεις εργασίας» υποστηρίζει τη μεγαλύτερη διάρκεια του επαγγελματικού βίου μέσω της διά βίου μάθησης και με την προώθηση της υγιούς και ενεργού γήρανσης. Η εμβληματική πρωτοβουλία «Ευρωπαϊκή πλατφόρμα για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού» στοχεύει στην επάρκεια και τη βιωσιμότητα της κοινωνικής προστασίας και των συνταξιοδοτικών συστημάτων, καθώς και ανταποκρίνεται στην ανάγκη να εξασφαλίζεται επαρκής εισοδηματική στήριξη σε ηλικιωμένους και πρόσβαση στα συστήματα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.

RYB info.png
Ευρωπαϊκή σύμπραξη καινοτομίας με θέμα την ενεργό και υγιή γήρανση


Οι συμπράξεις καινοτομίας εντάσσονται στην εμβληματική πρωτοβουλία «Ένωση Καινοτομίας» (η οποία αποτελεί συνιστώσα της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» για την ανάπτυξη). Αυτές οι συμπράξεις φέρνουν σε επαφή δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς σε ενωσιακό, εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, προκειμένου να αντιμετωπιστούν προκλήσεις όπως η κλιματική αλλαγή, η ασφάλεια της ενέργειας και των τροφίμων, η υγεία και η γήρανση του πληθυσμού. Αυτές οι προκλήσεις συνιστούν επίσης ευκαιρίες για τις νέες επιχειρήσεις, ενώ σκοπός των συμπράξεων είναι να δώσουν στην ΕΕ το πλεονέκτημα της πρώτης κίνησης στο πλαίσιο των συγκεκριμένων αγορών.

Η σύμπραξη με θέμα την ενεργό και υγιή γήρανση εγκαινιάστηκε το 2011, με στόχο να παραταθεί κατά δύο έτη η μέση υγιής ζωή κάθε Ευρωπαίου μέχρι το 2020. Με τον τρόπο αυτό, η σύμπραξη καινοτομίας επιδιώκει:

  • να βοηθήσει τους ηλικιωμένους να ζουν μια υγιή, ενεργό και ανεξάρτητη ζωή•
  • να βελτιώσει τη βιωσιμότητα και την αποδοτικότητα των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης•
  • να τονώσει και να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα των αγορών για καινοτόμα προϊόντα και υπηρεσίες που να ανταποκρίνονται στην πρόκληση που συνιστά η γήρανση του πληθυσμού τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, δημιουργώντας έτσι νέες ευκαιρίες για τις επιχειρήσεις.

Για περισσότερες πληροφορίες: Ευρωπαϊκή σύμπραξη καινοτομίας με θέμα την ενεργό και υγιή γήρανση


Οι στατιστικές για τη μεταβολή του πληθυσμού και η διάρθρωση του πληθυσμού χρησιμοποιούνται διαρκώς περισσότερο για να υποστηρίξουν τους αρμόδιους για τη χάραξη πολιτικής και να καταστήσουν εφικτή την παρακολούθηση της δημογραφικής συμπεριφοράς σε πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό πλαίσιο. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσε ψήφισμα D σχετικά με τη δημογραφική αλλαγή και τις επιπτώσεις της στη μελλοντική πολιτική συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2013/C 153  E/02), στο οποίο επισημαίνεται ότι οι δημογραφικές εξελίξεις στις περιφέρειες θα πρέπει να αποτυπώνονται στατιστικά και τονίζεται ότι η δημογραφική μεταβολή θα πρέπει να θεωρείται οριζόντιος στόχος στο πλαίσιο της μελλοντικής πολιτικής για τη συνοχή. Παρότι η δημογραφική μεταβολή θα συνεπάγεται αναμφίβολα σημαντικές προκλήσεις, το ψήφισμα διαπίστωνε επίσης ότι αυτή θα μπορούσε να συνιστά και πηγή ευκαιριών για την ανάδειξη νέων αγορών, την ανάπτυξη υποδομών και τη δημιουργία προϊόντων κατάλληλων να ανταποκριθούν στις ανάγκες του πληθυσμού μεγαλύτερης ηλικίας.

Βλέπε επίσης

Περαιτέρω πληροφορίες της Eurostat

Εκδόσεις

Βασικοί πίνακες

Regional demographic statistics (t_reg_dem)
Demography (t_pop)
Demography - Regional data (t_demoreg)

Βάση δεδομένων

Regional demographic statistics (reg_dem)
Population and area (reg_dempoar)
Fertility (reg_demfer)
Mortality (reg_demmor)
Demography (pop)
Demography - Regional data (demoreg)

Ειδική ενότητα

Μεθοδολογία / Μεταδεδομένα

  • Population (αρχείο μεταδεδομένων ESMS — demo_pop_esms) (στα αγγλικά)

Πηγή δεδομένων για γραφήματα και χάρτες (MS Excel)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι


Προβολές