Πληθυσμιακές στατιστικές σε περιφερειακό επίπεδο

Από Statistics Explained

Δεδομένα από του Φεβρουαρίου 2013. Πιο πρόσφατα δεδομένα: Περαιτέρω πληροφορίες της Eurostat, Βασικοί πίνακες και Βάση δεδομένων.

Το παρόν άρθρο περιγράφει τα δημογραφικά χαρακτηριστικά και τις τάσεις σε όλες τις περιφέρειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ): Τα περισσότερα στοιχεία αναφέρονται σε μια στιγμιαία εικόνα του 2011. Υπήρχαν, κατά μέσο όρο, 503,0 εκατομμύρια κατοίκων σε όλη την EΕ-27 κατά το 2011, ήτοι αύξηση ύψους 1,2 εκατ. ευρώ (ή 0,2  %) σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η αύξηση του πληθυσμού της EΕ-27 Population growth υπήρξε αδιάκοπη από την έναρξη των χρονολογικών σειρών κατά το 1961 ωστόσο η ανάπτυξη παρουσίασε βραδύτερο ρυθμό από τις αρχές της δεκαετίας του’ 80. Η επιβράδυνση στην αύξηση του πληθυσμού συνδέεται στενά με τη φυσική πληθυσμιακή αλλαγή (σύνολο γεννήσεις μείον το σύνολο των θανάτων), καθώς σε πολλές αναπτυγμένες οικονομίες του κόσμου σημειώθηκε αισθητή μείωση του ποσοστού γεννήσεων παράλληλα με συνεχώς αυξανόμενα επίπεδα τουπροσδόκιμου επιβίωσης. Η καθαρή μετανάστευση αντιστάθμισε αυτή την εξέλιξη σε ορισμένες περιοχές, και είχε ως αποτέλεσμα ο συνολικός πληθυσμός να εξακολουθήσει να αυξάνεται στην ΕΕ-27.

Χάρτης 1: πυκνότητα πληθυσμού, κατά περιφέρειες NUTS 3, 2011 (1)
( κάτοικοι ανά km²) - Πηγή: Eurostat (demo_r_d3dens), (demo_pjan) και (cpc_agmain)
Χάρτης 2: μεταβολή του πληθυσμού, κατά περιφέρειες NUTS 3, 2011 (1)
(ανά χίλιους κατοίκους) - Πηγή: Eurostat (demo_r_gind3) και (demo_gind)
Χάρτης 3: φυσική πληθυσμιακή αλλαγή, κατά περιφέρειες NUTS 3, 2011 (1)
( ανά χίλιους κατοίκους) - Πηγή: Eurostat (demo_r_gind3) και (demo_gind)
Χάρτης 4: καθαρή μετανάστευση
( συμπεριλαμβανομένης της στατιστικής προσαρμογής), κατά περιφέρειες NUTS 3, 2011 (1)
( ανά χίλιους κατοίκους) - Πηγή: Eurostat (demo_r_gind3) και (demo_gind)
Χάρτης 5: συνολικό ποσοστό γονιμότητας, κατά περιφέρειες NUTS 2, 2011 (1)
(αριθμός γεννήσεων ζώντων νεογνών ανά γυναίκα) - Πηγή: Eurostat (demo_r_frate2) και (demo_frate)
Διάγραμμα 1: ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας, κατά περιφέρειες NUTS 2, 2011 (1)
(ανά 1000 γεννήσεις ζώντων νεογνών) - Πηγή: Eurostat (demo_r_minfind) και (demo_minfind)
Χάρτης 6: προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση, άνδρες, κατά περιφέρειες NUTS 2, 2011 (1)
(έτη) - Πηγή: Eurostat (demo_r_mlifexp) και (demo_mlexpec)
Χάρτης 7: προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση, γυναίκες, κατά περιφέρειες NUTS 2, 2011 (1)
(έτη) - Πηγή: Eurostat (demo_r_mlifexp) και (demo_mlexpec)
Διάγραμμα 2: δομή του πληθυσμού, κατά ευρείες ηλικιακές ομάδες, κατά περιφέρειες NUTS 3, 1 Ιανουαρίου 2012 (1)
(% του συνολικού πληθυσμού) - Πηγή: Eurostat (demo_r_pjanaggr3)
Χάρτης 8: αναλογία εξάρτησης σε νεαρή ηλικία, κατά περιφέρειες NUTS 3, 1 Ιανουαρίου 2012 (1)
(%) - Πηγή: Eurostat (demo_r_pjanaggr3) και (demo_pjanind)
Χάρτης 9: αναλογία εξάρτησης σε μεγάλη ηλικία, κατά περιφέρειες NUTS 3, 1 Ιανουαρίου 2012 (1)
(%) - Πηγή: Eurostat (demo_r_pjanaggr3) και (demo_pjanind)

Οι δημογραφικές αλλαγές που συμβαίνουν στην ΕΕ θα έχουν τεράστια σημασία κατά τις προσεχείς δεκαετίες, καθώς τα δημογραφικά μοντέλα για μελλοντικές δημογραφικές τάσεις δείχνουν ότι τα μονίμως χαμηλά ποσοστά γεννήσεων και η αύξηση του προσδόκιμου ζωής θα αντικατοπτρίζονται σε μια ηλικιακά γηραιότερη δομή του πληθυσμού. Αυτό το πρότυπο γηράσκοντος πληθυσμού, το οποίο είναι όλο και πιο εμφανές στις περιφέρειες της ΕΕ, αναμένεται να έχει σοβαρές επιπτώσεις σε ένα ευρύ φάσμα τομέων πολιτικής με αντίκτυπο στον πληθυσμό σχολικής ηλικίας, στην υγειονομική περίθαλψη, στη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό, στην κοινωνική προστασία, σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης και στα δημόσια οικονομικά, μεταξύ άλλων.

Κύρια στατιστικά στοιχεία

Μέγεθος και πυκνότητα πληθυσμού

Ο πληθυσμός της ΕΕ-27 υπερέβη το όριο των 500 εκατομμυρίων κατοίκων κατά τη διάρκεια του 2009 και στις αρχές του 2012 υπήρχαν 503,7 εκατομμύρια άνθρωποι που ζούσαν σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ. Το 2011, η πυκνότητα πληθυσμού της EΕ-27 ανερχόταν σε 117 κατοίκους ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο (km²).

Ο χάρτης  1 δείχνει ότι NUTS οι περιφέρειες επιπέδου 3 που περιλαμβάνουν κάποια πρωτεύουσα, καθώς και οι άμεσα γειτνιάζουσες περιφέρειες, συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο πυκνοκατοικημένων περιφερειών στην Ευρώπη. Το Παρίσι (Γαλλία) ήταν με μεγάλη διαφορά η πιο πυκνοκατοικημένη περιφέρεια (21 464 κάτοικοι ανά km² κατά το 2011), με περισσότερους από διπλάσιους κατοίκους να ζουν κατά μέσο όρο σε κάθε τετραγωνικό χιλιόμετρο σε σύγκριση με την περιφέρεια Inner London - West (10 374 464 κάτοικοι ανά km² κατά το 2010) και το Inner London - East (9 311 464 κάτοικοι ανά km² κατά το 2010) — που κατατάσσονται ως η δεύτερη και η τρίτη πλέον πυκνοκατοικημένες περιοχές. Υπάρχουν επτά πρόσθετες περιφέρειες σε επίπεδο NUTS 3 που εμφάνιζαν πυκνότητα πληθυσμού άνω των 5 000κατοίκων ανά km²: Hauts-de Seine, Seine-Saint-Denis και Val-de-Marne (όλες γύρω στο Παρίσι, Γαλλία) Bucuresti (η περιφέρεια της πρωτεύουσας της Ρουμανίας) το Arrondissement de Bruxelles-Capitale/Arrondissement van Brussel-Hoofdstad (η περιφέρεια της πρωτεύουσας του Βελγίου) η Ciudad Autónoma de Melilla (ισπανικό υπερπόντιο έδαφος) και το Portsmouth (Ηνωμένο Βασίλειο τα δεδομένα για την τελευταία αυτή περιφέρεια αναφέρονται στο 2010).

Γενικά, οι περιφέρειες των πρωτευουσών εμφάνισαν το υψηλότερο επίπεδο πληθυσμιακής πυκνότητας σε κάθε κράτος μέλος της ΕΕ. Το πρότυπο αυτό δεν ίσχυε σε τέσσερις χώρες, και συγκεκριμένα: στη Γερμανία (όπου το München, Kreisfreie Stadt είχε την υψηλότερη πυκνότητα), στην Ισπανία (Ciudad Autónoma de Melilla), στην Ιταλία (Napoli) και στην Πορτογαλία (Grande Porto).

Οι λιγότερο πυκνοκατοικημένες περιφέρειες επιπέδου NUTS 3 βρίσκονται γενικά στην περιφέρεια της ΕΕ σε απομακρυσμένες περιοχές. Σε 11 περιφέρειες αναφέρθηκε πυκνότητα πληθυσμού κάτω των 10,0 κατοίκων ανά km² κατά το 2010 ή το 2011: τρεις από τις περιφέρειες αυτές ήταν στη Φινλανδία (Lappi, Kainuu και Pohjois-Karjala), τρεις στη Σουηδία (Norrbottens län Jämtlands län και Västerbottens län), τρεις στο βορειοδυτικό τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου (Lochaber, Skye and Lochalsh, Arran and Cumbrae, and Argyll and Bute Caithness and Sutherland, and Ross and Cromarty Eilean Siar (Western Isles)), μια στο βόρειο - κεντρική Ισπανία (Soria), ενώ μία ήταν σε γαλλική υπερπόντια περιφέρεια (Guyane). Το Lappi (η βορειότερη περιφέρεια της Φινλανδίας) είχε τη χαμηλότερη περιφερειακή πυκνότητα πληθυσμού στην EΕ-27 με 2,0 κατοίκους ανά km² το 2011.

Μεταξύ των χωρών της EΖΕΣ για τις οποίες παρουσιάζονται στοιχεία στον χάρτη &nbsp 1, η πλέον πυκνοκατοικημένη περιφέρεια ήταν η Basel-Stadt (Ελβετία), όπου η πυκνότητα πληθυσμού υπερέβη τους 5 000 κατοίκους ανά km² κατά το 2011, καθιστώντας την ενδέκατη πλέον πυκνοκατοικημένη περιφέρεια που περιλαμβάνεται στο χάρτη. Υπήρχαν άλλες δύο περιφέρειες ΕΖΕΣ που ανέφεραν πυκνότητα πληθυσμού άνω των 1 000 κατοίκων ανά km² και, συγκεκριμένα το Όσλο (Νορβηγία) και η Γενεύη (Ελβετία). Επτά περιφέρειες επιπέδου NUTS 3 στη Νορβηγία ανέφεραν πυκνότητα πληθυσμού μικρότερη από 10,0 κατοίκους ανά km² κατά το 2011. Ωστόσο, η μικρότερη πυκνότητα πληθυσμού μεταξύ των περιφερειών της ΕΖΕΣ καταγράφηκε στο Landsbyggð (ισλανδική ύπαιθρος εκτός του Μείζονος Ρεϋκιαβίκ), όπου, κατά μέσο όρο, δεν καταγράφηκε ούτε ένας κάτοικος ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο το 2011 — και κατά συνέπεια πρόκειται για τη μικρότερη πυκνότητα πληθυσμού στον Χάρτη 1.

Στις υπό ένταξη και υποψήφιες χώρες, η υψηλότερη πυκνότητα πληθυσμού καταγράφηκε στην Κωνσταντινούπολη (Τουρκία), περίπου 2  518 κάτοικοι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο (το 2010), ενώ η περιφέρεια της πρωτεύουσας της Κροατίας (Grad Ζάγκρεμπ) ήταν η μόνη άλλη περιφέρεια με πυκνότητα άνω των 1000 κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο (το 2011). Η τουρκική περιφέρεια της πρωτεύουσας Αγκύρας παρουσίαζε σχετικά χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού (192 κάτοικοι ανά km²) το 2010, η οποία αντιστοιχούσε μόλις στην όγδοη υψηλότερη πυκνότητα μεταξύ των τουρκικών περιφερειών επιπέδου 3, ενώ η υψηλότερη πυκνότητα πληθυσμού στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας έχει καταγραφεί στην περιφέρεια της πρωτεύουσας Skopski (334 κάτοικοι ανά km² κατά το 2011). Στο άλλο άκρο της κλίμακας, η λιγότερο πυκνοκατοικημένη περιφέρεια μεταξύ των υπό ένταξη και υποψηφίων για ένταξη χωρών — και η μόνη περιοχή με πυκνότητα πληθυσμού μικρότερη των 10,0 κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο — ήταν η Licko-senjska županija (με 9,0 κατοίκους ανά km² κατά το 2010), μια αγροτική, αρκετά ορεινή περιοχή της Κροατίας στα βόρεια του Ζαντάρ.

Πληθυσμιακή αλλαγή

Η πληθυσμιακή αλλαγή αποτελείται από δύο συνιστώσες: τη φυσική μεταβολή και την καθαρή μετανάστευση, συμπεριλαμβανομένης της στατιστικής διόρθωσης (στο εξής αναφερόμενη απλώς ως καθαρή μετανάστευση — βλ. πηγές και διαθεσιμότητα για περισσότερες πληροφορίες). Οι χάρτες 2-4 παρουσιάζουν τη συνολική πληθυσμιακή αλλαγή και τις δύο συνιστώσες της με πληροφορίες που γενικά είναι διαθέσιμες για το 2011 (η διαφορά στο μέγεθος του πληθυσμού μεταξύ 1  Ιανουαρίου 2012 και 1 Ιανουαρίου 2011) για περιφέρειες επιπέδου NUTS 3. Για λόγους συγκρισιμότητας, και τα τρία αυτά μεγέθη (αλλαγή πληθυσμού και οι δύο συνιστώσες της) εμφανίζονται ως ανεπεξέργαστα ποσοστά ανά χιλίους κατοίκους. Οι χάρτες απεικονίζουν τα διάφορα πρότυπα της συνολικής πληθυσμιακής αλλαγής (χάρτης 2) που προκύπτει από θετική ή αρνητική φυσική αλλαγή (χάρτης 3) συνδυασμένη με τη θετική ή αρνητική καθαρή μετανάστευση (χάρτης 4).

Μεταξύ 1 Ιανουαρίου 1960 και 1 Ιανουαρίου 2012 ο πληθυσμός της ΕΕ-27 αυξήθηκε κατά 101,1 εκατ. κατοίκους, που ισοδυναμεί με μέσο ρυθμό αύξησης, ανηγμένο στο έτος, 4,3 ανά χιλίους κατοίκους. Η ανοδική πορεία της πληθυσμιακής αύξησης συνεχίστηκε χωρίς διακοπή καθ’ όλη τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου, αν και η εξέλιξη για τις δύο συνιστώσες ακολούθησε εντελώς διαφορετικά πρότυπα. Η φυσική αλλαγή έφθασε ένα μέγιστο κατά το 1964 με 3,6 εκατομμύρια (περισσότερες γεννήσεις από θανάτους) και στη συνέχεια έπεσε σε έναν αρκετά ομαλό ρυθμό ώστε μέχρι το 2003 η φυσική αλλαγή ήταν σχεδόν εξισορροπημένη (υπήρξαν 106 835 περισσότερες γεννήσεις από θανάτους). Επομένως υπήρξε μια ελαφρά ανάκαμψη και μέχρι το 2011 η φυσική αλλαγή του πληθυσμού της EΕ-27 ισοδυναμούσε με αύξηση κατά 407 523. Αντίθετα, η καθαρή μετανάστευση κατά τη δεκαετία του 1960 υπήρξε σχετικά ισορροπημένη στην EΕ-27: τα ετήσια αριθμητικά στοιχεία για την εν λόγω δεκαετία δείχνουν ότι υπήρξαν έξι έτη κατά τα οποία ο αριθμός των ατόμων που εγκατέλειψαν την EΕ-27 ήταν ανώτερος από τον αριθμό εκείνων που αφίχθηκαν. Υπήρξε μια περίοδος σχετικά χαμηλών επιπέδων μετανάστευσης ανά την EΕ-27 κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριών δεκαετιών του περασμένου αιώνα και κατά το 1992, κατά την οποία, για πρώτη φορά, η καθαρή μετανάστευση υπερέβη τη φυσική αύξηση του πληθυσμού της EΕ-27. Το πρότυπο αυτό ήταν πιο έντονο κατά τη διάρκεια της περιόδου από το 2002 έως το 2007, όταν η καθαρή μετανάστευση ήταν ιδιαίτερα υψηλή (φθάνοντας το 95,1&nbsp % της συνολικής πληθυσμιακής αλλαγής κατά το 2003). Εντούτοις, από το σχετικό υψηλό επίπεδο κατά το 2007, η καθαρή μετανάστευση αντιπροσώπευε χαμηλότερα ποσοστά της συνολικής πληθυσμιακής αλλαγής κατά την περίοδο 2008 έως 2011. Ο πληθυσμός της ΕΕ-27 αυξήθηκε κατά 2,6 ανά χίλιους κατοίκους το 2011, με το ακαθάριστο ποσοστό καθαρής μετανάστευσης σε 1,8 ανά χίλιους κατοίκους και το ακαθάριστο ποσοστό φυσικής αλλαγής σε 0,8 ανά χίλιους κατοίκους.

Αν και ο πληθυσμός της EΕ-27 εξακολούθησε να αυξάνεται κατά το 2011, η πληθυσμιακή αλλαγή ήταν άνισα κατανεμημένη μεταξύ των κρατών μελών. Ο συνολικός αριθμός των κατοίκων αυξήθηκε μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2011 και 1 Ιανουαρίου 2012 σε 19 από τα κράτη μέλη. Η μεγαλύτερη αύξηση πληθυσμού (σε απόλυτη τιμή) σημειώθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου ο πληθυσμός αυξήθηκε κατά 474 χιλιάδες κατοίκους, και ακολουθεί η Γαλλία (με 333 χιλιάδες κατοίκους) και η Ιταλία (με 194 χιλιάδες κατοίκους) που ήταν τα μόνα άλλα κράτη μέλη που καταγράφουν αύξηση του πληθυσμού άνω των 100 χιλιάδων. Τα υψηλότερα ακαθάριστα ποσοστά συνολικής πληθυσμιακής αλλαγής καταγράφηκαν στην Κύπρο (αύξηση κατά 26,2 ανά χίλιους κατοίκους) και το Λουξεμβούργο (24,7), ενώ ακολουθούσαν το Βέλγιο (8,5), το Ηνωμένο Βασίλειο (7,6) και η Σουηδία (7,1).

Σε απόλυτους αριθμούς, η μεγαλύτερη μείωση του συνολικού πληθυσμού ανά τα κράτη μέλη της ΕΕ, μεταξύ 1ης  Ιανουαρίου 2011 και 1 Ιανουαρίου 2012 ήταν πολύ μικρότερη από τις μεγαλύτερες αυξήσεις. Η μεγαλύτερη μείωση πληθυσμού καταγράφηκε στη Ρουμανία όπου ο πληθυσμός μειώθηκε κατά σχεδόν 58 χιλιάδες κατοίκους, ενώ οι πληθυσμοί των κρατών μελών της Βαλτικής, της Βουλγαρίας, της Πορτογαλίας, της Ουγγαρίας και της Ελλάδας επίσης μειώθηκαν. Τα μεγαλύτερα αρνητικά ακαθάριστα ποσοστά συνολικής πληθυσμιακής αλλαγής καταγράφηκαν στη Λετονία (-16,0 ανά χίλιους κατοίκους) και στη Λιθουανία (-14,8 ανά χίλιους κατοίκους), όπου τα ποσοστά ήταν σχεδόν τρεις φορές υψηλότερα από της Βουλγαρίας (-5,7).

Μεταξύ των περιφερειών επιπέδου NUTS 3 που εμφανίζονται στον χάρτη 2 υπήρξε μια σχετικά ισόρροπη κατανομή μεταξύ των περιφερειών της EΕ-27 που αναφέρουν αύξηση στον αριθμό κατοίκων τους (697 περιφέρειες) το 2011 και εκείνων που ο πληθυσμός εμφάνισε μείωση (576 περιφέρειες). Υπήρξαν επτά περιφέρειες όπου ο πληθυσμός παρέμεινε αμετάβλητος και 14 περιφέρειες του Ηνωμένου Βασιλείου για τις οποίες δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. Ο πληθυσμός αυξανόταν με τον ταχύτερο ρυθμό στα περισσότερα μέρη του Βελγίου, στην Ανατολική Ιρλανδία, στη δυτική και νότια Γαλλία, στη βόρεια Ιταλία, στο Λουξεμβούργο και στη νότια Σουηδία, καθώς και σε μερικές περιφέρειες της Ισπανίας, της Πολωνίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ το ακαθάριστο ποσοστό πληθυσμιακής αύξησης συνεχίστηκε επίσης πάνω από το μέσο όρο της ΕΕ-27 στις περισσότερες περιοχές των Κάτω Χωρών και στη Μάλτα. Η ταχεία μείωση του πληθυσμού ήταν περισσότερο εμφανής σε περιφέρειες της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης, όπως π.χ. σε περιοχές της Βουλγαρίας, στην Ανατολική Γερμανία, στα κράτη μέλη της Βαλτικής, στην κεντρική Αυστρία, στην Ουγγαρία και στη Ρουμανία, ενώ μείωση του πληθυσμού παρατηρήθηκε επίσης σε ηπειρωτικές περιοχές της Ελλάδας και της Πορτογαλίας, μεγάλο τμήμα της Ισπανίας, στην κεντρική και ανατολική Γαλλία, στη νότια Ιταλία, στην Ανατολική Φινλανδία και κατά μήκος της δυτικής ακτής του Ηνωμένου Βασιλείου.

Μεταξύ των 30 περιφερειών επιπέδου NUTS 3 με τον υψηλότερο ρυθμό ακαθάριστης αύξησης για το σύνολο του πληθυσμού, υπήρχαν εννέα περιφέρειες από τη Γερμανία και ισάριθμες από το Ηνωμένο Βασίλειο. Στην πρώτη καταγράφονται οι δύο ταχύτερα αναπτυσσόμενοι πληθυσμοί στις περιφέρειες Münster, Kreisfreie Stadt (41,8 ανά χίλιους κατοίκους) και Darmstadt, Kreisfreie Stadt (31,7 ανά χίλιους κατοίκους). Η αμέσως επόμενη υψηλότερη (σχετική) αύξηση του πληθυσμού καταγράφηκε στο Ilfov, την περιοχή που περιβάλλει την περιφέρεια της πρωτεύουσας της Ρουμανίας (31,5 ανά χίλιους κατοίκους).

Μεταξύ των 30 περιφερειών επιπέδου NUTS 3 με τον χαμηλότερο ρυθμό ακαθάριστης αύξησης για το σύνολο του πληθυσμού υπήρχαν 11 περιφέρειες της Γερμανίας, εννέα της Λιθουανίας, από τέσσερις της Βουλγαρίας και της Λετονίας, και ανά μία από την Ελλάδα και την Ουγγαρία. Η μεγαλύτερη μείωση του πληθυσμού (σε σχετικές τιμές) καταγράφηκε στις περιφέρειες Šiauliu apskritis και Utenos apskritis, ενώ δύο περαιτέρω λιθουανικές περιφέρειες (Alytaus apskritis και Taurages apskritis), καθώς και η Latgale (Λετονία) ήταν οι μόνες άλλες περιφέρειες που αναφέρουν ότι οι αντίστοιχοι πληθυσμοί τους μειώθηκαν κατά τουλάχιστον 20,0 άτομα ανά χίλιους κατοίκους το 2011.

Μεταξύ των χωρών μη μελών για τις οποίες παρουσιάζονται στοιχεία, υπήρξε υψηλότερη τάση (σε σχέση με την EΕ-27) για θετική πληθυσμιακή αλλαγή κατά το 2011: αυτό ίσχυε για 107 περιφέρειες σε σύγκριση με 53 περιφέρειες που παρουσίαζαν μείωση πληθυσμού. Ο πληθυσμός κάθε κράτους μέλους της ΕΖΕΣ, αφενός, αυξήθηκε το 2011, με τη μεγαλύτερη ανάπτυξη — τόσο σε απόλυτους όσο και σχετικούς όρους — να έχει καταγραφεί στη Νορβηγία και στην Ελβετία. Η ταχύτερη αύξηση του πληθυσμού (σε σχετικές τιμές) μεταξύ των περιφερειών της ΕΖΕΣ καταγράφηκε στο Όσλο (περιφέρεια της πρωτεύουσας της Νορβηγίας) και στο Freiburg (δυτική Ελβετία). Υπήρχαν δύο μόνο περιφέρειες ΕΖΕΣ που παρουσίαζαν μείωση πληθυσμού το 2011: η Landsbyggð (Ισλανδία) και η Uri (κεντρική Ελβετία).

Μεταξύ των υπό ένταξη και υποψήφιων χωρών υπήρξε μια πιο ανάμεικτη εικόνα με τους πληθυσμούς της Κροατίας και της Σερβίας να παρουσιάζουν μείωση, σε αντίθεση με την ταχεία αύξηση του πληθυσμού στην Τουρκία. Παρά μια συνολική αύξηση του πληθυσμού (13,5 ανά χίλιους κατοίκους) που ήταν χαμηλότερη μόνο από εκείνη της Κύπρου και του Λουξεμβούργου μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, υπήρξε μεγάλη διακύμανση μεταξύ των τουρκικών περιφερειών, με το ακαθάριστο ποσοστό πληθυσμιακής αύξησης να κυμαίνεται το 2010 από ένα χαμηλό -79,6 ανά χίλιους κατοίκους στο Tunceli (στην ανατολική Τουρκία) στο υψηλό ποσοστό 109,1 ανά χίλιους κατοίκους στο Bilecik (μέρος της πυκνοκατοικημένης περιφέρειας του Μαρμαρά στη βορειοδυτική Τουρκία).

Ο χάρτης 3 δείχνει τη φυσική πληθυσμιακή αλλαγή (γενικά για το 2011) και παρουσιάζει παρόμοια κατανομή με εκείνη που παρατηρείται στον χάρτη 2. Σχεδόν όλες οι περιφέρειες που ανέφεραν αρνητική συνολική πληθυσμιακή αλλαγή χαρακτηρίζονταν επίσης από αρνητική φυσική πληθυσμιακή αλλαγή. Μεγάλες διαφορές παρατηρούνται σε πολλές περιφέρειες στη νοτιοδυτική Γαλλία, στη βόρεια Ιταλία και στη Βαυαρία (Γερμανία), όπου υπήρξε συνολική πληθυσμιακή αύξηση παρά τα αρνητικά ποσοστά φυσικής αλλαγής. Παρόμοια κατάσταση παρατηρήθηκε στη νότια Νορβηγία.

Μεταξύ των 1  280 περιφερειών της ΕΕ (σε επίπεδο NUTS 3), μόλις πάνω από το ένα τρίτο (467 περιφέρειες) ανέφεραν μεγαλύτερο αριθμό γεννήσεων από θανάτους το 2011, ενώ στις 801 περιφέρειες οι θάνατοι υπερείχαν αριθμητικά των γεννήσεων. Υπήρξαν 12 περιφέρειες στις οποίες οι αριθμοί των γεννήσεων και των θανάτων, ήταν ίσοι. Θετικά ακαθάριστα ποσοστά φυσικής αλλαγής ήταν εμφανή σε ολόκληρη την Ιρλανδία, καθώς επίσης και σε πολλές πυκνοκατοικημένες (αστικές) περιοχές των χωρών της Μπενελούξ, της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου (στοιχεία για το 2010) και στο μεγαλύτερο μέρος της Τσεχικής Δημοκρατίας και της Πολωνίας. Αντίθετα, αρνητικά ποσοστά φυσικής πληθυσμιακής αλλαγής καταγράφηκαν σε όλες τις περιφέρειες της Βουλγαρίας, της Λετονίας, της Λιθουανίας (εκτός από την περιφέρεια της πρωτεύουσας Vilniaus apskritis) και της Ουγγαρίας, καθώς και στις περισσότερες περιφέρειες στην Ρουμανία, στην (ανατολική) Γερμανία, στη βορειοδυτική Ισπανία και στην ηπειρωτική, αγροτική Πορτογαλία. Οι δύο παράγοντες που προσδιορίζουν τη φυσική πληθυσμιακή αλλαγή, συγκεκριμένα οι γεννήσεις και οι θάνατοι, παρουσιάζονται λεπτομερέστερα παρακάτω στο παρόν άρθρο από την οπτική γωνία της γονιμότητας και του προσδόκιμου επιβίωσης.

Μια λεπτομερέστερη ανάλυση δείχνει ότι υπήρχαν 11 περιφέρειες επιπέδου NUTS 3 στην ΕΕ-27 όπου το ακαθάριστο ποσοστό της φυσικής πληθυσμιακής αλλαγής υπερέβαινε το 10 τοις χιλίοις το 2011. Μεταξύ αυτών, περιλαμβάνονται τέσσερις γαλλικές περιφέρειες, εκ των οποίων δύο είναι υπερπόντια διαμερίσματα (Guyane και Réunion) και δύο βρίσκονται κοντά στο Παρίσι (Seine-Saint-Denis και Val-d’Oise). Η Guyane είχε το υψηλότερο ποσοστό φυσικής πληθυσμιακής αλλαγής μεταξύ όλων των περιφερειών της ΕΕ-27 (23,4 ανά χίλιους κατοίκους). Οι υπόλοιπες των περιφερειών με υψηλή φυσική αύξηση του πληθυσμού περιελάμβαναν τρεις ιρλανδικές περιφέρειες (Mid-East, Dublin και Midland), τρεις περιφέρειες από το νοτιοανατολικό Ηνωμένο Βασίλειο (Inner London - East• Luton• και Outer London - West και North West στοιχεία 2010), καθώς και το ισπανικό υπερπόντιο έδαφος Ciudad Autónoma de Melilla.

Περίπου 536 περιφέρειες επιπέδου NUTS 3 στην EΕ-27 εμφάνιζαν ακαθάριστο ποσοστό φυσικής πληθυσμιακής αλλαγής σχεδόν ισορροπημένο (εντός της δέσμης του +/- 2 ανά 1 000) το 2011. Το πρότυπο αυτό συχνά καταλήγει στην περίπτωση κατά την οποία η καθαρή μετανάστευση διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στον προσδιορισμό του κατά πόσον ή όχι μια περιφέρεια εμφανίζει αύξηση ή μείωση του συνολικού πληθυσμού. Η καθαρή μετανάστευση έχει επίσης τη δυνατότητα να συμβάλλει έμμεσα στη μελλοντική φυσική πληθυσμιακή αύξηση, καθώς οι μετανάστες δύνανται αργότερα να αποκτήσουν παιδιά, δεδομένου ότι σχετικά υψηλό ποσοστό μεταναστών είναι σχετικά νέοι και επομένως τείνουν να βρίσκονται σε αναπαραγωγική ή και μικρότερη ηλικία.

Ο χάρτης 4 δείχνει το ακαθάριστο ποσοστό καθαρής μετανάστευσης κατά το 2011 για περιφέρειες επιπέδου NUTS 3. Ο εν λόγω χάρτης μοιάζει πολύ με τον χάρτη 2, δίνοντας έμφαση στη στενή σχέση μεταξύ μεταναστευτικών προτύπων και συνολικής πληθυσμιακής αλλαγής (ειδικά όταν το ποσοστό της φυσικής πληθυσμιακής αλλαγής πλησιάζει να εξισορροπηθεί). Υπήρξαν 775 περιφέρειες επιπέδου NUTS 3 στην EΕ, οι οποίες εμφάνιζαν θετική καθαρή μετανάστευση (περισσότεροι εισερχόμενοι μετανάστες απ’ό,τι εξερχόμενοι) κατά το 2011. Μεταξύ αυτών, η υψηλότερη καθαρή εισροή μεταναστών καταγράφηκε στις ίδιες τρεις περιφέρειες όπου σημειώθηκε η υψηλότερη συνολική πληθυσμιακή αύξηση, δηλαδή, Münster, Kreisfreie Stadt και Darmstadt, Kreisfreie Stadt (αμφότερες στη Γερμανία), και Ilfov (η περιφέρεια γύρω από το Βουκουρέστι, Ρουμανία), όπου τα ακαθάριστα ποσοστά καθαρής μετανάστευσης ήταν 40,9, 31,1 και 31,5 ανά χίλιους κατοίκους αντίστοιχα. Οι υπόλοιπες περιφέρειες που ανέφεραν καθαρή μετανάστευση άνω των 10 ανά χίλιους κατοίκους ήταν κυρίως αστικές περιοχές, συμπεριλαμβανομένων των περιφερειών της πρωτεύουσας στο Βέλγιο (Arr. de Bruxelles-Capitale/Arr. van Brussel-Hoofdstad), στη Γερμανία (Berlin) και στη Σουηδία (Stockholms län), καθώς και μια σειρά άλλων πόλεων της Γερμανίας (συμπεριλαμβανομένων των Freiburg im Breisgau, Leipzig, München, Frankfurt am Main και Dresden) και του Ηνωμένου Βασιλείου (συμπεριλαμβανομένων των πόλεων Edinburgh, Nottingham, Sheffield, Tyneside και Greater Manchester South). Το εν λόγω πρότυπο αντιστράφηκε στη Γαλλία, όπου οι περιφέρειες με το υψηλότερο ποσοστό καθαρής μετανάστευσης ήταν γενικά αγροτικές και βρίσκονται στα νότια της χώρας (για παράδειγμα, Lot, Dordogne, Gers, Corse-du-Sud ή Hautes-Pyrénées).

Όταν η καθαρή μετανάστευση είναι αρνητική τότε περισσότερα άτομα έχουν εγκαταλείψει την περιφέρεια από εκείνα που αφίχθηκαν σ' αυτή. Αυτό ίσχυε σε 485 περιφέρειες επιπέδου NUTS 3 στην EΕ το 2011. Οι εν λόγω περιφέρειες βρίσκονταν στις περισσότερες περιοχές της Γερμανίας, της Ελλάδας, της δυτικής Αυστρίας και στο μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής Ευρώπης (ειδικότερα στη Βουλγαρία, τη Λετονία, τη Λιθουανία, την Ουγγαρία, την Πολωνία και τη Ρουμανία), καθώς επίσης και στη βορειοανατολική Γαλλία, στη νότια Ιταλία, στην ηπειρωτική Πορτογαλία, σε διάφορα μέρη της Ισπανίας, στη δυτική Ιρλανδία και στην ανατολική και βόρεια Φινλανδία. Οι 11 περιφέρειες επιπέδου NUTS 3 με το μεγαλύτερο αρνητικό ακαθάριστο ποσοστό καθαρής μετανάστευσης (η κάθε μία άνω του -13,0 ανά χίλιους κατοίκους) περιελάμβαναν 10 περιφέρειες που ανήκουν στη Λιθουανία. Η μόνη άλλη περιφέρεια που ανέφερε τόσο υψηλή καθαρή εκροή μεταναστών (σε σχέση με τον αντίστοιχο αριθμό κατοίκων) ήταν τα Ιωάννινα (στη βορειοδυτική Ελλάδα).

Όταν οι δύο συνιστώσες της πληθυσμιακής αλλαγής (φυσική αλλαγή και καθαρή μετανάστευση) κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση συνδυάζονται ώστε να παράγουν μεγαλύτερη συνολική αλλαγή. Αυτή ήταν η περίπτωση στο Λουξεμβούργο, στην Κύπρο και στη Μάλτα, καθώς και στις περισσότερες των περιφερειών στις Κάτω Χώρες, στην ανατολική και νότια Ισπανία, στη βορειοδυτική και νοτιοανατολική Γαλλία, στη βορειοανατολική Ιταλία, στη νότια Σουηδία και στο νοτιοανατολικό τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου — η πλειονότητα των περιφερειών στις περιοχές αυτές ανέφεραν θετική ανάπτυξη σε ό, τι αφορά τόσο τη φυσική αλλαγή όσο και την καθαρή μετανάστευση. Αντίθετα, σε πολλές περιφέρειες επιπέδου NUTS 3 στη Βουλγαρία, τη Γερμανία, τη Λετονία, τη Λιθουανία, την Ουγγαρία και τη Ρουμανία αμφότερες οι συνιστώσες της πληθυσμιακής αλλαγής κινήθηκαν προς αρνητική κατεύθυνση.

Μια ανάλυση που έγινε ανά την ΕΕ-27 σε περιφέρειες επιπέδου NUTS 3 που περιελάμβαναν πρωτεύουσες δείχνει ότι σε 16 περιφέρειες αμφότερες οι συνιστώσες της πληθυσμιακής αλλαγής κινήθηκαν προς θετική κατεύθυνση — αυτό είναι πιθανόν να συνδέεται με το «φαινόμενο έλξης» των πρωτευουσών. Σε 13 από τις 16 αυτές περιφέρειες, η καθαρή μετανάστευση είχε μεγαλύτερο μερίδιο στην πληθυσμιακή αύξηση, ενώ η φυσική αύξηση αποτελούσε τον κύριο καθοριστικό παράγοντα αύξησης στις περιφέρειες Groot-Amsterdam (Κάτω Χώρες), Osrednjeslovenska (Σλοβενία) και Inner London - West (μία από τις δύο περιφέρειες σε επίπεδο NUTS 3 που οριοθετούν την πρωτεύουσα του Ηνωμένου Βασιλείου). Η αρνητική καθαρή μετανάστευση αντισταθμίστηκε με το παραπάνω από υψηλότερο ποσοστό φυσικής αύξησης στις περιφέρειες της πρωτεύουσας Dublin (Ιρλανδία), Madrid (Ισπανία), Paris (Γαλλία), Grande Lisboa (Πορτογαλία) και Inner London - East (η δεύτερη από τις δύο περιφέρειες επιπέδου NUTS 3 που καλύπτουν την πρωτεύουσα του Ηνωμένου Βασιλείου). Στην Αττική (Ελλάδα), το αρνητικό ακαθάριστο ποσοστό καθαρής μετανάστευσης ήταν ήταν μεγαλύτερο σε μέγεθος από το θετικό ποσοστό φυσικής αλλαγής, ενώ στη Sofia (stolitsa) (Βουλγαρία) και Budapest (Ουγγαρία) το σχετικά υψηλό θετικό ποσοστό καθαρής μετανάστευσης αντιστάθμισε μικρότερα αρνητικά ποσοστά φυσικής αλλαγής. Οι Riga (Λετονία) και Bucuresti (Ρουμανία) ήταν οι μόνες περιφέρειες πρωτευουσών μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, όπου αμφότερες οι συνιστώσες της πληθυσμιακής αλλαγής κινούνταν προς αρνητική κατεύθυνση. Και στις δύο περιπτώσεις το ακαθάριστο ποσοστό καθαρής μετανάστευσης διαδραμάτισε σημαντικότερο ρόλο στον καθορισμό της συνολικής αλλαγής του πληθυσμού και, ως εκ τούτου, στην ενίσχυση του φυσικώς συρρικνούμενου αριθμού κατοίκων και στις δύο αυτές πόλεις.

Σχεδόν όλες οι περιφέρειες της πρωτεύουσας των χωρών μη μελών εμφάνισαν αύξηση των αντίστοιχων πληθυσμών τους, καθώς αμφότερες οι συνιστώσες της πληθυσμιακής αλλαγής κινήθηκαν προς θετική κατεύθυνση. Οι μόνες εξαιρέσεις ήταν η περιφέρεια Höfuðborgarsvæði της Ισλανδίας (Greater Reykjavík, όπου μια συνολική αύξηση του πληθυσμού οφειλόταν σε θετική φυσική αύξηση, ενώ υπήρξε αρνητικό ποσοστό καθαρής μετανάστευσης) και η Σερβία ως σύνολο (για την οποία δεν υπάρχουν διαθέσιμες περιφερειακές πληροφορίες), όπου το αρνητικό ποσοστό φυσικής αλλαγής αντιστάθμισε με το παραπάνω μια μέτρια αύξηση στο ακαθάριστο ποσοστό καθαρής μετανάστευσης.

Κάμψη του ποσοστού γονιμότητας

Ένας σημαντικός λόγος για την επιβράδυνση της φυσικής πληθυσμιακής αύξησης είναι το γεγονός ότι οι γυναίκες στην ΕΕ αποκτούν λιγότερα παιδιά από ό,τι παλαιότερα. Στις ανεπτυγμένες περιοχές του κόσμου σήμερα, ένα συνολικό ποσοστό γονιμότητας της τάξης των 2,1 περίπου γεννήσεων ζώντων νεογνών ανά γυναίκα θεωρείται ως ποσοστό αναπλήρωσης, ήτοι το επίπεδο στο οποίο παραμένει σταθερός ο πληθυσμός μακροπρόθεσμα, εφόσον δεν υπάρξει μετανάστευση από και προς την εκάστοτε περιοχή.

Το συνολικό ποσοστό γονιμότητας στην ΕΕ-27 ήταν πολύ κάτω από τα επίπεδα αντικατάστασης κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Από ένα χαμηλό επίπεδο 1,46 γεννήσεων ζώντων νεογνών ανά γυναίκα το 2002, το συνολικό ποσοστό γονιμότητας στην ΕΕ-27 στη συνέχεια παρουσίασε ελαφρά ανάκαμψη σε πολλά κράτη μέλη της ΕΕ, κατά τρόπον ώστε ο μέσος όρος για το σύνολο της ΕΕ-27 ανήλθε σε 1,57 το 2011. Τα υψηλότερα ποσοστά γονιμότητας ανά τα κράτη μέλη της ΕΕ καταγράφηκαν στην Ιρλανδία (2,05) και στη Γαλλία (2,01), ακολουθούμενες από το Ηνωμένο Βασίλειο (1,96) και τη Σουηδία (1,90) — ως εκ τούτου, κανένα από τα κράτη μέλη δεν κατέγραψε ποσοστό γονιμότητας κατά την τελευταία περίοδο αναφοράς ίσο ή υψηλότερο από το ποσοστό αναπλήρωσης. Το συνολικό ποσοστό γονιμότητας για το 2011 ήταν χαμηλότερο από 1,50 γεννήσεις ζώντων νεογνών ανά γυναίκα σε 14 από τα κράτη μέλη. Το χαμηλότερο ποσοστό σημειώθηκε στην Ουγγαρία (κατά μέσο όρο 1,23 ανά γυναίκα).

Παρόμοια κατάσταση παρατηρήθηκε στο σύνολο της ΕΖΕΣ, των υπό ένταξη και των υποψήφιων χωρών, όπου τα συνολικά ποσοστά γονιμότητας ήταν γενικά χαμηλά και καμία από τις χώρες που παρουσιάζονται στον χάρτη  5, κατά την τελευταία περίοδο αναφοράς, δεν εμφάνισε ποσοστό γονιμότητας ίσο ή υψηλότερο από το ποσοστό αναπλήρωσης. Η Ισλανδία (2,02), ήταν η μόνη χώρα ΕΖΕΣ που παρουσίασε συνολικό ποσοστό γονιμότητας για το 2011 πάνω από το επίπεδο των 2,0 γεννήσεων ζώντων νεογνών ανά γυναίκα ενώ μεταξύ των υπό προσχώρηση και των υποψηφίων χωρών, η Τουρκία σημείωσε παρόμοια επίπεδο (2,04 για το 2010).

Ο χάρτης  5 εμφανίζει την περιφερειακή κατανομή του συνολικού ποσοστού γονιμότητας για το 2011: μια κατανομή που χαρακτηρίζεται ως πολύ ομοιογενής, με τις περιφέρειες στο ίδιο κράτος μέλος σπάνια να εμφανίζουν επίπεδα πολύ αποκλίνοντα από τον εθνικό μέσο όρο.

Μεταξύ των 268 περιφερειών σε επίπεδο NUTS 2 για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία ανά την ΕΕ των 27, μόνο οκτώ περιφέρειες παρουσίασαν συνολικό ποσοστό γονιμότητας άνω του ποσοστού αναπλήρωσης 2,10 (η πιο σκουρόχρωμη σκίαση στον χάρτη) — τέσσερις επιπλέον περιφέρειες είχαν ποσοστά γονιμότητας που ήταν ίσα με το ποσοστό αναπλήρωσης. Τα υψηλότερα ποσοστά γονιμότητας καταγράφηκαν στις γαλλικές υπερπόντιες περιφέρειες Guyane (κατά μέσο όρο 3,44 γεννήσεις ζώντων νεογνών ανά γυναίκα), Réunion (2,36) και Guadeloupe (2,26), καθώς και στο ισπανικό υπερπόντιο έδαφος της Ciudad Autónoma de Melilla (2,71). Τρεις από τις τέσσερις υπόλοιπες περιφέρειες όπου καταγράφηκε συνολικό ποσοστό γονιμότητας άνω του ποσοστού αναπλήρωσης ήταν στο Ηνωμένο Βασίλειο (Outer London, Dorset and Somerset, και West Midlands όλα δεδομένα 2010), ενώ η τέταρτη ήταν στη βόρεια Γαλλία (Nord — Pas-de-Calais). Υπήρξε ένα παρόμοιο πρότυπο εξέλιξης μεταξύ των τεσσάρων περιφερειών με ποσοστά γονιμότητας ίσα με το ποσοστό αναπλήρωσης ήτοι δύο περιφέρειες από το Ηνωμένο Βασίλειο (Lincolnshire και Kent , στοιχεία 2010), μία από τη Βόρεια Γαλλία (Picardie) και την περιφέρεια της πρωτεύουσας του Βελγίου (Région de Bruxelles-Capitale/Brussels Hoofdstedelijk Gewest στοιχεία 2009).

Από τις 38 περιφέρειες της ΕΕ που είχαν συνολικό ποσοστό γονιμότητας 2,00 ή παραπάνω, ένα μεγάλο ποσοστό αποτελούσαν περιφέρειες είτε του Ηνωμένου Βασιλείου (19 περιφέρειες) είτε της Γαλλίας (13 περιφέρειες), ενώ οι λοιπές περιφέρειες ήταν οι ισπανικές αυτόνομες πόλεις, η περιφέρεια της βελγικής πρωτεύουσας, οι δύο περιφέρειες της Ιρλανδίας και η βόρεια Φινλανδία (Pohjois- ja Itä-Suomi).

Τα χαμηλότερα ποσοστά γονιμότητας καταγράφηκαν κατά κανόνα στην ανατολική και νότια Ευρώπη. 51 περιφέρειες επιπέδου NUTS 2 στην ΕΕ εμφάνισαν συνολικό ποσοστό γονιμότητας ίσο ή χαμηλότερο του 1,30, συμπεριλαμβανομένων: 11 περιφερειών στην Πολωνία, επτά περιφερειών στη Γερμανία, στην (κυρίως βορειοδυτική) Ισπανία και στη (νότια) Ιταλία, έξι περιφερειών στην Ρουμανία, πέντε περιφερειών στην Ουγγαρία, τριών περιφερειών ανά χώρα στην Ελλάδα και στην Πορτογαλία, καθώς και ανά μία περιφέρεια στην Αυστρία και στη Σλοβακία. Τα χαμηλότερα ποσοστά γονιμότητας καταγράφηκαν σε τρεις περιφέρειες της Ισπανίας και, συγκεκριμένα, στη νησιωτική περιφέρεια Canarias (κατά μέσο όρο 1,04 γεννήσεις ζώντων νεογνών ανά γυναίκα) και δύο περιφέρειες στα βορειοδυτικά —Principado de Asturias (1,05) και Galicia (1,07).

Μεταξύ των χωρών της ΕΖΕΣ που αναφέρονται στο χάρτη 5, τα υψηλότερα ποσοστά γονιμότητας καταγράφηκαν στη νότια νορβηγική περιφέρεια Agder og Rogaland (2,04) και στην Ισλανδία (2,02 ολόκληρη η χώρα θεωρείται ενιαία περιφέρεια σ’αυτό το επίπεδο ανάλυσης κατά την ταξινόμηση NUTS). Τα ποσοστά γονιμότητας στην Ελβετία ήταν συστηματικά χαμηλότερα απ’ό,τι στις άλλες περιφέρειες της ΕΖΕΣ, με το χαμηλότερο ποσοστό να καταγράφεται στη νοτιότερη ιταλόφωνη περιφέρεια του Ticino (1,43).

Σε όλες τις περιφέρειες της υπό ένταξη και υποψήφιες για ένταξη χώρες τα υψηλότερα ποσοστά γονιμότητας (κατά μέσο όρο άνω των 3,0 γεννήσεων ζώντων νεογνών ανά γυναίκα) καταγράφηκαν στις τέσσερις ανατολικές τουρκικές περιφέρειες: ŞSanliurfa, Diyarbakır (3,77 όλα τα τουρκικά στοιχεία του 2010) Mardin, Batman, Sirnak, Ş iirt (3,74) Van, Muş, Bitlis, Hakkari (3,63) και Ağri, Kars Iğdir, Ardahan (3,40). Τρεις επιπλέον τουρκικές περιφέρειες ανέφεραν ποσοστά γονιμότητας άνω του ποσοστού αναπλήρωσης το 2010. Ωστόσο, το μοντέλο των ποσοστών γονιμότητας στην Τουρκία διαφέρει γεωγραφικά μεταξύ της ανατολικής και της δυτικής χώρας, με τις περιφέρειες στην τελευταία να εμφανίζουν γενικά ποσοστά γονιμότητας εντός του φάσματος των 1,5-1,8 γεννήσεων ζώντων νεογνών ανά γυναίκα. Το συνολικό ποσοστό γονιμότητας στο Μαυροβούνιο ήταν 1,65 το 2011, ενώ στις υπόλοιπες περιφέρειες και χώρες τα ποσοστά ήταν κάτω από 1,5 γεννήσεις ζώντων νεογνών ανά γυναίκα στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (1,46), στην Κροατία (1,43 και 1,47 για τις δύο περιφέρειες για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για το 2010) και στη Σερβία (1,36).

Μειούμενη βρεφική θνησιμότητα

Μαζί με το καθιερωμένο πρότυπο σταδιακής μείωσης του μέσου όρου των γεννήσεων ανά γυναίκα, στην ΕΕ-27 καταγράφεται επίσης μια σχεδόν συνεχής μείωση του ποσοστού βρεφικής θνησιμότητας κατά τις τελευταίες δεκαετίες, λόγω μεταξύ άλλων: βελτιώσεων στην (πρόσβαση σε) υγειονομική περίθαλψη — περισσότερες πληροφορίες διατίθενται στο άρθρο σχετικά με τις περιφερειακές στατιστικές υγείας αύξηση των εμβολιασμών κατά των ασθενειών μείωση του παιδικού υποσιτισμού και γενικών βελτιώσεων του βιοτικού επιπέδου (βελτιωμένη αποχέτευση, πρόσβαση σε καθαρό νερό ή ικανότητα διατήρησης μιας κατοικίας ζεστής). Το ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας στην ΕΕ-27 ανήλθε σε 3,9 θανάτους (παιδιών ηλικίας κάτω του ενός έτους) ανά χίλιες γεννήσεις ζώντων νεογνών το 2011.

Μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, τα υψηλότερα ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας καταγράφηκαν στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία τα εν λόγω δύο κράτη μέλη εμφανίζουν συνδυασμένο σύνολο έξι περιφερειών (επιπέδου NUTS 2) με διψήφια ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας, που κορυφώθηκε σε 11,3 θανάτους επί χιλίων γεννήσεων ζώντων τέκνων στη νοτιοανατολική περιφέρεια της Ρουμανίας (βλ. διάγραμμα  1). Στο άλλο άκρο της κλίμακας, η παιδική θνησιμότητα μηδενίστηκε στα νησιά Åland (έξω από την νοτιοδυτική ακτή της Φινλανδίας) το 2011 — αν και το εν λόγω ποσοστό θα πρέπει να ερμηνευθεί με προσοχή, δεδομένου ότι πρόκειται για ένα μεμονωμένο δεδομένο για ένα και μόνο έτος (Τα νησιά Åland σημείωσαν ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας 3,5 το 2010).). Υπήρχαν 13 περιφέρειες επιπέδου NUTS 2 στο σύνολο της ΕΕ-27 το 2011 που ανέφεραν ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας μικρότερα από 2,0 θανάτους ανά χίλιες γεννήσεις ζώντων νεογνών. Αυτές κατανέμονται σε οκτώ διαφορετικές χώρες και περιλαμβάνονται οι περιφέρειες των πρωτευουσών στη Σουηδία, στη Σλοβακία και στην Τσεχική Δημοκρατία τρεις ισπανικές περιφέρειες (Ciudad Autónoma de Melilla, Comunidad Foral de Navarra και Cantabria)• δύο επιπλέον περιφέρειες της Σουηδίας (Västsverige και Norra Mellansverige) δύο περιφέρειες στη Φινλανδία (Åland και Etelä-Suomi) και μια περιφέρεια ανά χώρα στη Γερμανία (Leipzig), την Αυστρία (Salzburg) και την Ελλάδα (νήσος Κρήτη).

Διαφορά στο προσδόκιμο ζωής μεταξύ ανδρών και γυναικών

Το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση τα τελευταία 50 έτη αυξήθηκε κατά δέκα περίπου χρόνια κατά μέσον όρο στην ΕΕ, λόγω της βελτίωσης των κοινωνικοοικονομικών και περιβαλλοντικών συνθηκών και της καλύτερης ιατρικής περίθαλψης και πρόνοιας. Οι χάρτες 6 και 7 παρουσιάζουν τον μέσο όρο του προσδόκιμου ζωής ανδρών και γυναικών κατά τη γέννηση για περιφέρειες επιπέδου NUTS 2 για το 2011• οι εν λόγω χάρτες είναι άμεσα συγκρίσιμοι χάρη στα κοινά χρωματικά πρότυπα που χρησιμοποιήθηκαν. Το πλέον εντυπωσιακό χαρακτηριστικό κατά τη σύγκριση των δύο χαρτών είναι το κατά πολύ χαμηλότερο επίπεδο του προσδόκιμου ζωής που καταγράφεται για τους άνδρες (σε σύγκριση με τις γυναίκες) — αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτή η ανισότητα μεταξύ των φύλων μειώνεται σιγά-σιγά στα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ κατά τη διάρκεια των τελευταίων λίγων δεκαετιών.

Ο χάρτης  6 δείχνει ότι το προσδόκιμο ζωής των ανδρών κατά τη γέννηση ήταν 74,0 έτη ή λιγότερο το 2011 σε πολλά μέρη της ανατολικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένων όλων των περιφερειών επιπέδου NUTS 2 της Βουλγαρίας, της Ουγγαρίας, της Ρουμανίας και των τριών κρατών μελών της Βαλτικής (κάθε μία αποτελεί μια περιφέρεια σε αυτό το επίπεδο ανάλυσης). Επιπλέον, όλες πλην μίας (της περιφέρειας της πρωτεύουσας Bratislavský kraj) των περιφερειών στη Σλοβακία και όλες εκτός δύο (των ακραίων νότιων περιφερειών Podkarpackie και Malopolskie) περιφερειών στην Πολωνία εμφάνιζαν επίσης προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση, το οποίο ήταν 74,0 έτη ή λιγότερο. Υπήρξαν τρεις άλλες περιφέρειες όπου καταγράφηκε προσδόκιμο ζωής για τους άνδρες κάτω από αυτό το επίπεδο (επισημαίνονται με την πιο ανοικτή απόχρωση που χρησιμοποιείται στον χάρτη  6): δύο εξ αυτών ανήκαν στην Τσεχική Δημοκρατία (Severozápad και Moravskoslezsko), ενώ η τελευταία περιφέρεια ήταν η πορτογαλική υπερπόντια Região Autónoma dos Açores. Το σχετικά χαμηλό προσδόκιμο ζωής των ανδρών κατά τη γέννηση ήταν επίσης εμφανές στις προσχωρούσες και τις υποψήφιες χώρες, δεδομένου ότι μόνον στην παράκτια λωρίδα και τα νησιά της Κροατίας (η περιφέρεια Jadranska Hrvatska) καταγράφεται προσδόκιμο ζωής για τους άνδρες ανώτερο των 74,0 ετών (στοιχεία 2010), ενώ το χαμηλότερο προσδόκιμο ζωής κατά το 2011 (72,0 έτη) έχει καταγραφεί στη Σερβία (δεν υπάρχουν διαθέσιμες περιφερειακές πληροφορίες). Για καμία από τις περιφέρειες της ΕΖΕΣ δεν αναφέρθηκε προσδόκιμο ζωής για τους άνδρες ίσο ή κατώτερο από 74,0 έτη το 2011.

Υπήρχαν 28 περιφέρειες επιπέδου NUTS 2 όπου το προσδόκιμο ζωής των ανδρών κατά τη γέννηση αυξήθηκε πάνω από τα 80,00 έτη το 2011 αυτές ήταν κατανεμημένες σε επτά από τα κράτη μέλη της ΕΕ Μεταξύ των 28 περιφερειών, οκτώ εκτείνονταν από πάνω προς τα κάτω της Ιταλίας, ενώ επτά βρίσκονταν στο Ηνωμένο Βασίλειο (όλες, με την εξαίρεση του North Yorkshire, στο νότιο τμήμα της Αγγλίας στοιχεία 2010). Τέσσερις περιφέρειες ήταν στην Ισπανία (όλες, με την εξαίρεση της Comunidad Foral de Navarra, στην κεντρική Ισπανία — μεταξύ των οποίων και η περιφέρεια της πρωτεύουσας Comunidad de Madrid), ενώ υπήρχαν τρεις περιφέρειες στη Γερμανία (όλες στο νοτιοδυτικό ομόσπονδο κράτος Baden-Württemberg) και στη Γαλλία (περιφέρεια της πρωτεύουσας Île de France, καθώς και οι περιφέρειες Midi-Pyrénées και Rhône-Alpes, οι οποίες περιλαμβάνουν την Toulouse και την Lyon). Δύο από τις τρεις υπόλοιπες περιφέρειες βρίσκονταν στη Σουηδία (η περιφέρεια της πρωτεύουσας Stockholm και η δυτική περιφέρεια Västsverige) και τέλος η περιφέρεια των Ιόνιων νησιών (όπου περιλαμβάνεται η Κέρκυρα), η οποία βρίσκεται στα ανοικτά της δυτικής ακτής της Ελλάδας (περιφέρεια των Ιόνιων νησιών). Το υψηλότερο προσδόκιμο ζωής των ανδρών κατά τη γέννηση, το 2011, καταγράφηκε στην Comunidad Foral de Navarra (81,1 έτη) ακολουθούμενη εκ του σύνεγγυς από την Comunidad de Madrid (81,0 έτη).

Ο χάρτης  7 απεικονίζει την περιφερειακή κατανομή του προσδόκιμου επιβίωσης κατά τη γέννηση για τις γυναίκες. Οι χαμηλότερες τιμές προσδόκιμου επιβίωσης —ίσες ή χαμηλότερες των 80,0 ετών — καταγράφηκαν (όπως και για τους άνδρες) στην ανατολική Ευρώπη. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία και τη Ρουμανία, όπου για κάθε περιφέρεια επιπέδου NUTS 2 καταγράφεται προσδόκιμο ζωής των γυναικών κάτω των 80 ετών. Το προσδόκιμο ζωής των γυναικών ήταν επίσης κάτω από τα 80,00 έτη στη Λετονία και τη Λιθουανία (αμφότερες ενιαίες περιφέρειες σε επίπεδο NUTS 2), καθώς και σε τρεις από τις τέσσερις σλοβακικές περιφέρειες (εκτός της περιφέρειας της πρωτεύουσας Bratislavský kraj), στην περιφέρεια Lódzkie (Πολωνία) και στη βορειοανατολική Σκωτία (Ηνωμένο Βασίλειο, στοιχεία 2010). Στη βουλγαρική περιφέρεια Severozapaden καταγράφεται η κατώτατη τιμή του προσδόκιμου επιβίωσης κατά τη γέννηση, 76,6 έτη το 2011, ενώ στην κατάταξη ακολουθούν τρεις άλλες βουλγαρικές περιφέρειες (Severoiztochen, Yugoiztochen και Severen tsentralen).

Το υψηλότερο προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση μεταξύ γυναικών καταγράφηκε στην περιφέρεια που είχε το δεύτερο μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής για τους άνδρες, δηλαδή, στην Comunidad de Madrid (86,7 έτη το 2011), ελάχιστα προηγούμενη των Île de France και Rhône-Alpes (για αμφότερες 86,6 έτη). Υπήρχαν 14 περιφέρειες επιπέδου NUTS 2 στην ΕΕ με προσδόκιμο ζωής των γυναικών κατά τη γέννηση πάνω από τα 86,0 έτη. Αυτές βρίσκονταν αποκλειστικά στη Γαλλία (7 περιφέρειες), στην Ισπανία (5 περιφέρειες) και στην Ιταλία (δύο περιφέρειες), ενώ οι επόμενες 14 περιφέρειες στην κατάταξη του προσδόκιμου επιβίωσης γυναικών ανήκαν επίσης στα ίδια τρία κράτη μέλη, πριν από την Ήπειρο (85,4 έτη), ελληνική περιφέρεια που συνορεύει με την Αλβανία.

Για την ΕΕ-27 ως σύνολο, το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση έφθανε κατά μέσο όρο τα 82,9 χρόνια για τις γυναίκες και τα 77,0 έτη για τους άνδρες το 2010. Οι μεγαλύτερες διαφορές στο προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση μεταξύ γυναικών και ανδρών καταγράφηκε στα βαλτικά κράτη μέλη, όπου οι γυναίκες δύνανται να προσδοκούν ότι θα ζήσουν μεταξύ 11,1 (Λιθουανία) και 10,2 (Λετονία) έτη περισσότερα από τους άνδρες το 2011. Οι χαμηλότερες διαφορές μεταξύ των φύλων (3,7 και 3,9 έτη) καταγράφηκαν στις Κάτω Χώρες στην Κύπρο και στη Σουηδία ενώ η διαφορά στην Ισλανδία ήταν ελαφρά χαμηλότερη, στα 3,4 έτη.

Σε περιφερειακό επίπεδο, οι μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ των φύλων ως προς το προσδόκιμο ζωής (σε τουλάχιστον οκτώ έτη μεταξύ ανδρών και γυναικών) καταγράφηκαν στα κράτη μέλη της Βαλτικής (καθένα τους θεωρείται ως ενιαία περιφέρεια επιπέδου NUTS 2) και, στη συνέχεια, ακολουθούν 14 από τις 16 περιφέρειες επιπέδου NUTS 2 στην Πολωνία, δύο περιφέρειες στη βορειοανατολική Ουγγαρία (Észak-Magyarország και Észak-Alföld) και δύο περιφέρειες της Γαλλίας (Guadeloupe και Nord - Pas-de-Calais). Η μικρότερη διαφορά μεταξύ φύλων καταγράφηκε στη βορειοανατολική ολλανδική Drenthe, όπου το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση για τις γυναίκες, που ανέρχεται στα 83,4 έτη, είναι κατά 3,1 έτη υψηλότερο από το αντίστοιχο μέγεθος για το προσδόκιμο ζωής των ανδρών. Μεταξύ των περιφερειών με τις μικρότερες διαφορές μεταξύ των φύλων (κάτω των τεσσάρων ετών) περιλαμβάνονταν 16 περιφέρειες του Ηνωμένου Βασιλείου, εννέα στις Κάτω Χώρες, τρεις στη Σουηδία, ανά δύο στην Δανία και στην Ελλάδα και ανά μία στην Γερμανία και στην Κύπρο (η τελευταία, θεωρείται επίσης ως μία και μόνη περιφέρεια σε επίπεδο NUTS 2).

Μεταξύ των χωρών μη μελών που εξετάζονται, η Ισλανδία εμφανίζει τη μικρότερη διαφορά μεταξύ φύλων, ίση προς 3,4 έτη, ενώ η περιφέρεια Zurich (Ελβετία) ήταν η μοναδική άλλη περιφέρεια όπου η διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών ήταν λιγότερη από τέσσερα έτη. Οι μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ των φύλων σε σχέση με το προσδόκιμο ζωής καταγράφηκαν στις δύο κροατικές περιφέρειες Kontinentalna Hrvatska (6,6 έτη) και Jadranska Hrvatska (5,9 έτη), στη γειτονική περιφέρεια Crna Gora (Mαυροβούνιο, 5,5 έτη), στην Τουρκία (επίσης 5,5 έτη στοιχεία 2009) και στη Σερβία (5,3 έτη) τα δεδομένα για τις δύο τελευταίες χώρες είναι διαθέσιμα μόνο σε εθνικό επίπεδο.

Γήρανση του πληθυσμού

Ο πληθυσμός της ΕΕ-27 γηράσκει προοδευτικά — λόγω της σημαντικής και συνεχούς αύξησης του προσδόκιμου ζωής κατά την γέννηση, σε συνδυασμό με τα χαμηλά ποσοστά γονιμότητας και της έναρξης της συνταξιοδότησης της γενιάς του «baby-boom» μετά τον ΙΙ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το διάγραμμα  2 παρουσιάζει πληροφορίες σχετικά με τις 10 περιφέρειες επιπέδου NUTS  3 στην ΕΕ με τα υψηλότερα και χαμηλότερα ποσοστά ηλικιωμένων (ηλικίας 65 ετών και άνω) ως προς τους αντίστοιχους πληθυσμούς τους κατά την 1η  Ιανουαρίου 2012. Στο σύνολο της ΕΕ-27, τα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω αποτελούσαν το 17,8  % του συνολικού πληθυσμού, ενώ τα άτομα σε ηλικία εργασίας (15-64 ετών) αντιστοιχούσαν στα δύο τρίτα (66,6 %) του συνολικού πληθυσμού, ενώ το 15,6  % του πληθυσμού της ΕΕ-27 ήταν ηλικίας κάτω των 15 ετών.

Στην κεντρική, ηπειρωτική πορτογαλική περιφέρεια Pinhal Interior Sul, τα ηλικιωμένα άτομα αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ένα τρίτο (33,9  %) του συνολικού πληθυσμού — το υψηλότερο ποσοστό ηλικιωμένων ατόμων σε ολόκληρη την ΕΕ. Ως εκ τούτου, κάθε ενεργό άτομο στην Pinhal Interior Sul «υποστήριζε» 0,6 άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω. Οι περιφέρειες με τα υψηλότερα ποσοστά ηλικιωμένων ήταν συχνά χαρακτηρισμένες ως αγροτικές, σχετικά απομακρυσμένες και λιγότερο πυκνοκατοικημένες, όπου το χαμηλό ποσοστό ατόμων σε εργάσιμη ηλικία θα μπορούσε να συνδέεται με την έλλειψη δυνατοτήτων απασχόλησης και κατάρτισης, πράγμα που παρακινούσε τις νεότερες γενεές να εγκαταλείπουν τον τόπο τους, σε αναζήτηση εργασίας.

Το διάγραμμα  2 δείχνει επίσης τις περιφέρειες με το χαμηλότερο ποσοστό ηλικιωμένων. Αυτές συχνά χαρακτηρίζονταν ως περιοχές με υψηλό ποσοστό ατόμων σε ηλικία εργασίας: πρόκειται είτε για σημαντικά οικονομικά κέντρα (London, Poznan ή Gdansk) ή τουριστικές περιοχές (όπως Lanzarote ή Fuerteventura — αμφότερα μέρη των Καναρίων Νήσων, Ισπανία) όπου τα υψηλά ποσοστά δραστηριότητας συνδέονται με την εισροή σχετικά νέων, οικονομικών μεταναστών, που παρουσιάζουν κυκλικά μεταναστευτικά πρότυπα (με άλλα λόγια, άτομα που προσελκύονται από τις διαθέσιμες ευκαιρίες απασχόλησης, τα οποία εργάζονται για μερικά έτη και στη συνέχεια αποφασίζουν να επιστρέψουν στον τόπο καταγωγής τους). Υπάρχουν άλλες περιοχές όπου η χαμηλή αναλογία των ηλικιωμένων στο σύνολο του πληθυσμού αντανακλά σχετικά υψηλά ποσοστά γονιμότητας, που δίνουν ώθηση στο σχετικό μερίδιο ατόμων νεότερων ηλικιών — αυτή ήταν ιδιαιτέρως η περίπτωση στα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα Guyane και Réunion, στην περιφέρεια Mid-East της Ιρλανδίας και, σε μικρότερο βαθμό, στην Flevoland (Κάτω Χώρες).

Ένα εναλλακτικό μέσο απεικόνισης της εν λόγω διαρθρωτικής αλλαγής στον πληθυσμό της ΕΕ-27 είναι μέσω της ανάλυσης των αναλογιών εξάρτησης που προκύπτουν από τη σύγκριση του αριθμού των εξαρτώμενων ατόμων (των νέων και/ή των ηλικιωμένων) με το μέγεθος του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας (ανεξάρτητα από το κατά πόσο οι τελευταίοι κατέχουν πράγματι θέση εργασίας ή όχι). Οι αναλογίες αυτές έχουν σχεδιαστεί για να παρέχουν πληροφορίες που αφορούν το βάρος που μπορεί να επιβάλλεται επί των εν λόγω ατόμων σε εργάσιμη ηλικία — για παράδειγμα, οι πιέσεις για την υποστήριξη της εκπαίδευσης των παιδιών, την υγειονομική περίθαλψη ή την καταβολή συντάξεων. Ως εκ τούτου, η αύξηση της αναλογίας εξάρτησης μπορεί να αποτελεί πηγή ανησυχιών για τις κυβερνήσεις σε σχέση με τον σχεδιασμό των δημοσίων δαπανών.

Το ποσοστό των ατόμων ηλικίας κάτω των 15 ετών αντιστοιχούσε σε 23,4  % του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας στην ΕΕ-27 στις αρχές του 2012 — ως εκ τούτου, υπήρχαν κατά μέσο όρο λίγο πάνω από τέσσερις ενήλικες σε ηλικία εργασίας για κάθε παιδί μικρότερο των 15 ετών. Οι υψηλότερες αναλογίες εξάρτησης νεαράς ηλικίας είχαν συχνά καταγραφεί σε εκείνες τις περιφέρειες που ανέφεραν ορισμένα από τα υψηλότερα ποσοστά γονιμότητας, δηλαδή, τις περιφέρειες που βρίσκονται κυρίως στην Ιρλανδία, στη Γαλλία και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στο άλλο άκρο της κλίμακας, η χαμηλότερη αναλογία εξάρτησης νεαράς ηλικίας γενικά καταγράφονται σε περιφέρειες της Γερμανίας, της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Πολωνίας, όπου τα ποσοστά γονιμότητας παρέμειναν περίπου σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Ο χάρτης  8 δείχνει το φάσμα της αναλογίας εξάρτησης νεαράς ηλικίας υπολογισμένο για περιφέρειες επιπέδου NUTS 3 την 1η Ιανουαρίου 2012. Σε ολόκληρη την ΕΕ, το υψηλότερο ποσοστό ήταν 57,0  % για το γαλλικό υπερπόντιο διαμέρισμα Guyane, ενώ χαμηλό επίπεδο 13,6  % καταγράφηκε στις δύο κεντρικές γερμανικές περιφέρειες Würzburg, Kreisfreie Stadt και Suhl, Kreisfreie Stadt.

Η αναλογία εξάρτησης ηλικιωμένων ατόμων αναλύει τη σχέση μεταξύ του αριθμού ηλικιωμένων (ηλικίας 65 ετών και άνω) και του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας (ηλικίας 15-64 ετών). Το μέγεθος του πληθυσμού των ηλικιωμένων ισοδυναμούσε με 26,8  % του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας στην ΕΕ-27 την 1η  Ιανουαρίου 2012. Ο χάρτης 9 δείχνει ότι υπήρχαν 106 περιφέρειες της EU-27 που εμφάνιζαν αναλογία εξάρτησης ηλικιωμένων ίση ή μικρότερη από 20  %: 43 από αυτές ήταν στην Πολωνία, 16 στο Ηνωμένο Βασίλειο, 13 στη Ρουμανία, ανά οκτώ στην Ισπανία και στη Σλοβακία, ανά έξι στην Ιρλανδία και στη Γαλλία, δύο στις Κάτω Χώρες και ανά μία στο Βέλγιο, τη Δανία, την Κύπρο (ενιαία περιφέρεια σε επίπεδο NUTS 3) και την Πορτογαλία. Η χαμηλότερη αναλογία εξάρτησης ηλικιωμένων ατόμων καταγράφηκε στο γαλλικό υπερπόντιο διαμέρισμα Guyane (7,2  %). Αντίθετα, η Pinhal Interior Sul ήταν η μόνη περιφέρεια NUTS επιπέδου 3 στην ΕΕ-27 με αναλογία εξάρτησης ηλικιωμένων ατόμων άνω του 50  % (ήτοι, υπήρχαν λιγότερα από δύο άτομα σε ηλικία εργασίας που «υποστήριζαν» ένα άτομο ηλικίας 65 ετών και άνω) η αναλογία ανήλθε σε 60,7  % την 1η Ιανουαρίου 2012. Υπήρχαν πέντε άλλες πορτογαλικές περιφέρειες που συγκαταλέγονταν μεταξύ των δέκα περιφερειών επιπέδου NUTS 3 με τις υψηλότερες αναλογίες εξάρτησης λόγω ηλικίας σε όλη την ΕΕ, όλες σε σχετικά ορεινές περιοχές της ενδοχώρας στο κέντρο ή στα βόρεια της χώρας (συχνά στα σύνορα με την Ισπανία). Δύο από τις υπόλοιπες τέσσερις περιφέρειες με ιδιαίτερα υψηλές αναλογίες εξάρτησης ηλικιωμένων — μεταξύ 46,1  % και 49,8 % — βρίσκονται στην ορεινή, ηπειρωτική Ελλάδα (Γρεβενά και Ευρυτανία), μία ήταν η παράκτια περιφέρεια Trieste στη βορειοανατολική Ιταλία και η τελευταία περιφέρεια ήταν η Dessau-Roßlau, Kreisfreie Stadt (η οποία αποτελεί μέρος του ομόσπονδου κράτους του Sachsen-Anhalt στην ανατολική Γερμανία).

Το πρότυπο της δημογραφικής γήρανσης ήταν λιγότερο εμφανές σε πολλές εκ των χωρών ΕΖΕΣ, των υπό ένταξη και των υποψήφιων προς ένταξη χωρών. Μεταξύ των περιφερειών ΕΖΕΣ επιπέδου 3, οι υψηλότερες αναλογίες εξάρτησης λόγω ηλικίας (άνω του 30,0   %) καταγράφηκαν στις ελβετικές περιφέρειες Ticino, Basel-Stadt και Basel-Landschaft, καθώς και στη νορβηγική αγροτική περιφέρεια Hedmark. Στο άλλο άκρο της κλίμακας, υπήρχαν μόνο τρεις περιφέρειες ΕΖΕΣ που ανέφεραν αναλογίες εξάρτησης λόγω ηλικίας ίσες ή χαμηλότερες του 20,0  % ήταν οι Rogaland στη δυτική Νορβηγία (όπου επικεντρώνεται σημαντικό μέρος της νορβηγικής πετρελαϊκής βιομηχανίας), Oslo (η περιφέρεια της πρωτεύουσας της Νορβηγίας) και Höfuðborgarsvæði (η περιφέρεια της πρωτεύουσας της Ισλανδίας).

Υπήρξαν τρεις κροατικές περιφέρειες που ανέφεραν αναλογίες εξάρτησης λόγω ηλικίας που υπερέβαιναν το 30,0  % (Licko-senjska županija, Šibensko-kninska županija και Karlovacka županija), με αναλογία που έφτανε στην πλέον αραιοκατοικημένη περιφέρεια από αυτές — Licko-senjska županija το 35,7 %). Οι αναλογίες εξάρτησης ηλικιωμένων ήταν γενικά πολύ χαμηλότερες στο Μαυροβούνιο, στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και, ιδίως, στην Τουρκία (όπου υπήρχαν 24 περιφέρειες επιπέδου NUTS 3 που ανέφεραν αναλογία εξάρτησης λόγω ηλικίας κάτω του 10,0  %). Η χαμηλότερη αναλογία εξάρτησης ηλικιωμένων ατόμων στις προσχωρούσες και στις υποψήφιες χώρες καταγράφηκε στην περιφέρεια Hakkari στην ανατολική Τουρκία (4,9  % την πρώτη Ιανουαρίου 2011).

Πηγές και διαθεσιμότητα δεδομένων

Η Eurostat παρέχει ευρεία δέσμη δημογραφικών στοιχείων: τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνουν στατιστικές εθνικών και περιφερειακών πληθυσμών, καθώς επίσης και στοιχεία που αφορούν διάφορα δημογραφικά γεγονότα (γεννήσεις, θανάτους, γάμους, διαζύγια, εισερχόμενη και εξερχόμενη μετανάστευση) τα οποία επηρεάζουν το μέγεθος, τη δομή και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του πληθυσμού. Επισημαίνεται ότι η μετάβαση προς την ταξινόμηση NUTS 2010, οδήγησε, προσωρινά, στη μη διαθεσιμότητα χρονικών σειρών για τις περιφερειακές δημογραφικές στατιστικές.

Πυκνότητα πληθυσμού είναι η αναλογία του (ετήσιου μέσου όρου του) πληθυσμού μιας περιφέρειας ως προς την έκταση (έδαφος) της περιφέρειας. Χερσαία επιφάνεια είναι η συνολική επιφάνεια της χώρας, εξαιρουμένης της επιφάνειας που καλύπτεται από εσωτερικές υδάτινες επιφάνειες.

Πληθυσμιακή αλλαγή είναι η διαφορά του μεγέθους ενός πληθυσμού μεταξύ του τέλους και της αρχής μιας χρονικής περιόδου (για παράδειγμα, ένα ημερολογιακό έτος). Θετική πληθυσμιακή αλλαγή αναφέρεται ως αύξηση του πληθυσμού. Αρνητική πληθυσμιακή αλλαγή αναφέρεται ως μείωση του πληθυσμού. Η πληθυσμιακή αλλαγή αποτελείται από δύο συνιστώσες.

  • Η φυσική αλλαγή, υπολογιζόμενη ως η διαφορά μεταξύ του αριθμού γεννήσεων ζώντων νεογνών και του αριθμού των θανάτων. Η θετική φυσική αλλαγή, γνωστή επίσης ως φυσική αύξηση, παρατηρείται όταν ο αριθμός γεννήσεων ζώντων νεογνών υπερβαίνει τον αριθμό των θανάτων. Η αρνητική φυσική αλλαγή, γνωστή επίσης ως φυσική μείωση, παρατηρείται όταν ο αριθμός γεννήσεων ζώντων νεογνών υπολείπεται του αριθμού των θανάτων.
  • Η καθαρή μετανάστευση, συμπεριλαμβανόμενης της στατιστικής διόρθωσης, υπολογιζόμενη ως η διαφορά μεταξύ της συνολικής αλλαγής στον πληθυσμό και της φυσικής αλλαγής• οι στατιστικές σχετικά με την καθαρή μετανάστευση, επομένως, επηρεάζονται από όλες τις στατιστικές ανακρίβειες στις δύο συνιστώσες της εν λόγω εξίσωσης, ειδικά όσον αφορά την πληθυσμιακή αλλαγή. Σε διάφορες χώρες η καθαρή μετανάστευση, συμπεριλαμβανομένης της στατιστικής διόρθωσης μπορεί να καλύπτει, εκτός από τη διαφορά μεταξύ της εισερχόμενης και εξερχόμενης μετανάστευσης, άλλες μεταβολές που παρατηρήθηκαν στα πληθυσμιακά δεδομένα από την 1η Ιανουαρίου επί δύο διαδοχικά έτη, που δεν μπορούν να αποδοθούν σε γεννήσεις, θανάτους, την εισερχόμενη ή την εξερχόμενη μετανάστευση.

Ακαθάριστα ποσοστά αλλαγής υπολογίζονται για: τη συνολική διακύμανση του πληθυσμού, τη φυσική διακύμανση του πληθυσμού και την καθαρή μετανάστευση (συμπεριλαμβανομένης της στατιστικής διόρθωσης). Σε κάθε περίπτωση, το επίπεδο αλλαγής κατά τη διάρκεια του έτους συγκρίνεται με τον μέσο όρο πληθυσμού της υπόψη περιοχής κατά το ίδιο έτος και ο λόγος εκφράζεται ανά χίλιους κατοίκους.

Το συνολικό ποσοστό γονιμότητας ορίζεται ως ο μέσος όρος του αριθμού των παιδιών που δύναται να γεννήσει μια γυναίκα κατά την διάρκεια της ζωής της αν διερχόταν την περίοδο τεκνοποίησης σύμφωνα με τα ποσοστά γονιμότητας που αντιστοιχούν στην ηλικία τα οποία έχουν μετρηθεί για ένα συγκεκριμένο έτος.

Το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση είναι ο μέσος αριθμός ετών που ένα νεογνό προσδοκάται να ζήσει εφόσον κατά τη διάρκεια της ζωής του ισχύσουν οι τρέχουσες συνθήκες θνησιμότητας.

Η αναλογία εξάρτησης λόγω νεαράς ηλικίας είναι η αναλογία του αριθμού νεαρών ατόμων που γενικά είναι οικονομικά ανενεργά (ηλικίας 15 και κάτω ετών στην παρούσα έκδοση) προς τον αριθμό των ατόμων σε ηλικία εργασίας (κατά συμβατική παραδοχή, ηλικίας 15 έως 64 ετών). Η αναλογία εξάρτησης λόγω μεγάλης ηλικίας είναι η αναλογία του αριθμού ηλικιωμένων ατόμων που γενικά είναι οικονομικά ανενεργά (ηλικίας 65 και άνω ετών στην παρούσα έκδοση) προς τον αριθμό των ατόμων σε ηλικία εργασίας (κατά συμβατική παραδοχή, ηλικίας 15 έως 64 ετών). Κατά την ανάλυση των λόγων εξάρτησης είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, μεταξύ του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας, υπάρχει συχνά σημαντικός αριθμός ατόμων που επιλέγουν να μην εργάζονται (για παράδειγμα, οι φοιτητές ή τα άτομα που ανατρέφουν τα παιδιά τους ή φροντίζουν άλλα μέλη της οικογένειας), ενώ — ιδίως σε καιρούς ύφεσης ή κρίσης — υπάρχει μεγάλος αριθμός των ατόμων που δεν είναι σε θέση να βρουν εργασία. Επιπλέον, ένα αυξανόμενο ποσοστό ηλικιωμένων εξακολουθούν να εργάζονται πέραν της θεωρούμενης κατά παράδοση ηλικίας συνταξιοδότησης, ενώ άλλα έχουν προβεί σε επαρκείς οικονομικές ρυθμίσεις για τη περίοδο συνταξιοδότησής τους και, κατά συνέπεια, θα μπορούσαν να θεωρηθούν, από κάποιους, ως «ανεξάρτητοι».

Πλαίσιο

Οι στατιστικές αναφορικά με την πληθυσμιακή αλλαγή και τη διάρθρωση του πληθυσμού χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο για την υποστήριξη της διαμόρφωσης πολιτικής και την παροχή της ευκαιρίας καταγραφής της δημογραφικής συμπεριφοράς σε πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό πλαίσιο.

Τα διαρκή χαμηλά ποσοστά γονιμότητας, σε συνδυασμό με τη μακροβιότητα και το γεγονός ότι η γενιά του «baby boom» φτάνει πια σε ηλικία συνταξιοδότησης, έχουν ως αποτέλεσμα τη γήρανση του πληθυσμού της ΕΕ. Ο αριθμός των ατόμων σε ηλικία εργασίας μειώνεται, ενώ αυξάνεται ο αριθμός των ηλικιωμένων. Οι κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές που σχετίζονται με τη γήρανση του πληθυσμού ενδέχεται να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην ΕΕ, τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο. Αυτές αφορούν ευρύ φάσμα τομέων πολιτικής, με αντίκτυπο μεταξύ άλλων στον πληθυσμό σχολικής ηλικίας, στην υγειονομική περίθαλψη, στη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό, στην κοινωνική προστασία, στα θέματα κοινωνικής ασφάλισης και στα δημόσια οικονομικά.

Όχι μόνο η δημογραφική κατάσταση είναι άνιση μεταξύ των περιφερειών της ΕΕ, αλλά, επίσης, και οι δημογραφικές αλλαγές βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια και αναπτύσσονται με διαφορετικούς ρυθμούς: αυτό έχει αντίκτυπο όχι μόνο σ την ανταγωνιστικότητα των περιφερειών, αλλά και στην συνοχή. Οι περιφερειακές εξελίξεις του πληθυσμού επηρεάζονται από παράγοντες που έχουν αντίκτυπο στη φυσική αλλαγή, όπως η γονιμότητα και τα ποσοστά θνησιμότητας, καθώς και η μετανάστευση. Οι περιφέρειες της ΕΕ καλύπτουν το πλήρες φάσμα των πληθυσμιακών εξελίξεων, από περιφέρειες σε φθίνουσα πορεία λόγω τόσο της αρνητικής φυσικής πληθυσμιακής αλλαγής όσο και της εξερχόμενης μετανάστευσης έως εκείνες που αναπτύσσονται συνδυάζοντας φυσική αύξηση του πληθυσμού και εισερχόμενη μετανάστευση. Γενικότερα, φαίνεται να υπάρχει ένα πρότυπο ταχείας γήρανσης του πληθυσμού σε πολλές αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές, ενώ οι μητροπολιτικές περιοχές τείνουν να παρουσιάζουν μεγαλύτερο ποσοστό νεαρών ατόμων στους πληθυσμούς τους, πράγμα που μπορεί συχνά να συνδεθεί με το «φαινόμενο προσέλκυσης» των αυξημένων ευκαιριών απασχόλησης που προσελκύει τόσο εσωτερικούς μετανάστες (από διάφορες περιφέρειες της ίδιας της χώρας), όσο και διεθνείς μετανάστες (τόσο από άλλα κράτη μέλη όσο και από τρίτες χώρες).

Περαιτέρω πληροφορίες της Eurostat

Προβολή δεδομένων

Εκδόσεις

Βασικοί πίνακες

Περιφερειακές δημογραφικές στατιστικές (t_reg_dem)
Δημογραφία (t_pop)
Δημογραφία - περιφερειακά δεδομένα (t_demoreg)

Βάση δεδομένων

Περιφερειακές δημογραφικές στατιστικές (reg_dem)
Πληθυσμός και έκταση (reg_dempoar)
Γονιμότητα (reg_demfer)
Θνησιμότητα (reg_demmor)
Δημογραφία (pop)
Δημογραφία - περιφερειακά δεδομένα (demoreg)

Ειδική ενότητα

Μεθοδολογία / Μεταδεδομένα

  • Πληθυσμός (ESMS Αρχείο μεταδεδομένων - demo_pop_esms) (στα αγγλικά)

Πηγή δεδομένων για πίνακες και χάρτες (MS Excel)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Βλέπε επίσης

Προβολές